Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ υπόθεση των τουρκικών S-400, που για χρόνια αποτελούσε ένα από τα σοβαρότερα αγκάθια στις σχέσεις Άγκυρας – Ουάσιγκτον, φαίνεται να εισέρχεται σε νέα φάση. Η δημόσια τοποθέτηση της Μόσχας ότι θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να εγκρίνει τη μεταφορά των ρωσικών συστημάτων σε τρίτη χώρα δημιουργεί για πρώτη φορά έναν πιθανό δρόμο εξόδου από το στρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η Τουρκία.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εμφανίζονται ως πιθανός αποδέκτης, χωρίς όμως να υπάρχει μέχρι σήμερα επιβεβαιωμένη συμφωνία, ενώ η ταυτόχρονη παρουσία του Ισραήλ και της Τουρκίας στο Άμπου Ντάμπι προσθέτει μια ιδιαίτερη γεωπολιτική διάσταση στην υπόθεση.
Η πρώτη ενδιαφέρουσα πληροφορία ήρθε από τον ίδιο τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ. Στις 26 Σεπτεμβρίου, στη Νέα Υόρκη, δήλωσε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να εξετάσει τη μεταφορά των τουρκικών S-400 σε τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση η Μόσχα να δώσει τη ρητή συγκατάθεσή της και ο νέος κάτοχος να είναι αξιόπιστος και φιλικός προς τη Ρωσία. Επιπλέον θα πρέπει να υπάρξουν εγγυήσεις ότι το σύστημα δεν θα μεταφερθεί στη συνέχεια σε άλλη χώρα.
Εξίσου σημαντική ήταν και η δήλωση του Λαβρόφ ότι η Τουρκία δεν έχει υποβάλει μέχρι στιγμής επίσημο αίτημα στη Μόσχα για τη μεταφορά των S-400. Αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία δεν έχει εγκρίνει κάποια συμφωνία Άγκυρας – Άμπου Ντάμπι. Απλώς άνοιξε δημοσίως την πόρτα για να εξετάσει μια τέτοια πρόταση, εφόσον αυτή υποβληθεί και πληρούνται οι ρωσικοί όροι.
Λίγες ώρες αργότερα, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν επιβεβαίωσε από την πλευρά της Άγκυρας ότι οι συνομιλίες για την τύχη των S-400 συνεχίζονται με όλους. Όμως, ο Τούρκος υπουργός απέφυγε να προσδιορίσει τους συνομιλητές ή να επιβεβαιώσει ότι τα Εμιράτα πρόκειται να παραλάβουν τους τουρκικούς S-400.
Η Τουρκία αγόρασε το ρωσικό σύστημα αεράμυνας το 2017 και το παρέλαβε το 2019. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τη σοβαρότερη μέχρι τότε κρίση στις σχέσεις Άγκυρας – Ουάσιγκτον.
● Οι ΗΠΑ υποστήριξαν ότι η λειτουργία ενός ρωσικού συστήματος αεράμυνας στη ΝΑΤΟϊκή Τουρκία συνιστούσε απειλή για την ασφάλεια των αμερικανικών συστημάτων και ειδικότερα για την τεχνολογία χαμηλής παρατηρησιμότητας (Stealth) του F-35.
● Η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα του αμερικανικού μαχητικού τον Ιούλιο του 2019 και τον Δεκέμβριο του 2020 επιβλήθηκαν κυρώσεις στην τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών (Presidency of Defense Industries – SSB) βάσει του αμερικανικού «Νόμου για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής μέσω Κυρώσεων του 2017» (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act – CAATSA), ο οποίος προβλέπει κυρώσεις σε χώρες ή οντότητες που πραγματοποιούν σημαντικές συναλλαγές με τη Ρωσία, το Ιράν ή τη Βόρεια Κορέα.
Το πρόβλημα δεν περιορίστηκε στην απώλεια της προμήθειας των αμερικανικών μαχητικών πέμπτης γενιάς. Η αμερικανική νομοθεσία συνέδεσε ρητά την επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 με την απομάκρυνση του ρωσικού συστήματος αεράμυνας από την Τουρκία. Ο αμερικανικός «Νόμος περί Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας του 2020» (Section 1245 National Defense Authorization Act) απαγορεύει την πώληση F-35 στην Τουρκία, εκτός εάν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ πιστοποιήσει ότι η Τουρκία δεν διαθέτει πλέον τους S-400.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος. Η Άγκυρα διαθέτει ένα πανάκριβο ρωσικό σύστημα αεράμυνας, το οποίο παραμένει επιχειρησιακά αναξιοποίητο για περίπου επτά χρόνια, καθώς δεν μπορεί να το εντάξει στη ΝΑΤΟϊκή αρχιτεκτονική αεράμυνας, ενώ ταυτόχρονα η παρουσία του συνιστά το βασικό εμπόδιο για την επιστροφή της στο πρόγραμμα των F-35.
Σήμερα, η Τουρκία καλείται να αντιμετωπίσει δύο κρίσιμες προκλήσεις:
1. Η πρώτη είναι η ανανέωση της αεροπορικής της ισχύος. Το 2024 συμφωνήθηκε η προμήθεια 40 νέων αμερικανικών F-16 και 79 κιτ αναβάθμισης. Παράλληλα, έχει συμφωνήσει την προμήθεια 20 νέων Eurofighter Typhoon από το Ηνωμένο Βασίλειο, με τις πρώτες παραδόσεις να αναμένονται από το 2030, ενώ επιδιώκει την απόκτηση μεταχειρισμένων αεροσκαφών από το Κατάρ και το Ομάν. Τον Νοέμβριο του 2024 η Τουρκία εγκατέλειψε το σκέλος των 79 κιτ εκσυγχρονισμού, αναλαμβάνοντας η ίδια την αναβάθμιση του γερασμένου στόλου των F-16.
Ωστόσο, μέχρι σήμερα η παράδοση των 40 νέων αμερικανικών μαχητικών δεν έχει πραγματοποιηθεί και η Άγκυρα ζητά από την Ουάσιγκτον την υλοποίηση της συμφωνίας. Μάλιστα, πρόσφατο δημοσίευμα της «Türkiye Today» (27 Σεπτεμβρίου 2026) αναφέρει ότι η Τουρκία «πιέζει» την Ουάσιγκτον για την παράδοση των 40 F-16, τα οποία σύμφωνα με τουρκική κυβερνητική πηγή έχουν ήδη πληρωθεί.
2. Η δεύτερη είναι η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35. Τον Ιούλιο του 2026 ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επαναπροσέγγισης με την Τουρκία στο ζήτημα των κυρώσεων και των F-35. Ο Φιντάν δήλωσε στη συνέχεια ότι Άγκυρα και Ουάσιγκτον αναζητούν «δημιουργικές ιδέες» για την επίλυση του προβλήματος. Το μήνυμα είναι σαφές. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι χωρίς μια φόρμουλα για τους S-400, η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.
Από τον Ιούλιο του 2026, τουρκικά δημοσιεύματα υποστηρίζουν ότι η Άγκυρα εξετάζει τη μεταφορά των S-400 σε χώρα του Κόλπου. Συγκεκριμένα ο Αμπντουλκαντίρ Σελβί, αρθρογράφος της «Hürriyet», είχε αναφέρει ότι η Τουρκία πλησίαζε στην ανακοίνωση μιας τέτοιας συμφωνίας, με τα Εμιράτα ως τον πιθανό αποδέκτη. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση συμφωνίας.
Από στρατιωτικής πλευράς, τα Εμιράτα εμφανίζονται ως ένας εύλογος υποψήφιος για την απόκτηση των S-400. Διαθέτουν ήδη σημαντικές δυνατότητες αεράμυνας, αλλά βρίσκονται σε ένα περιβάλλον όπου η απειλή από βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα συστήματα έχει αυξηθεί δραματικά κατά τη διάρκεια της ιρανικής κρίσης.
Υπάρχει όμως ένα παράδοξο. Τα Εμιράτα, εκτός από την απόκτηση ενός προηγμένου συστήματος αεράμυνας, επιδιώκουν πρόσβαση και σε αμερικανικά προηγμένα οπλικά συστήματα. Συνεπώς, η αγορά των τουρκικών S-400 θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα παρόμοια με εκείνα που αντιμετώπισε η Τουρκία το 2017. Το βρετανικό think tank Chatham House έχει επισημάνει ακριβώς αυτό το πρόβλημα. Η απόκτηση S-400 από τα ΗΑΕ θα μπορούσε να περιπλέξει τη δική τους σχέση με τις ΗΠΑ και τις προσπάθειές τους για πρόσβαση σε προηγμένη αμερικανική τεχνολογία.
Επομένως, η μεταφορά των τουρκικών S-400 στα Εμιράτα δεν είναι μια απλή εμπορική συναλλαγή. Θα πρέπει να συναινέσουν η Μόσχα, η Άγκυρα, το Άμπου Ντάμπι και η Ουάσιγκτον. Πέραν αυτών, εάν ένα προηγμένο ρωσικό σύστημα αεράμυνας αναπτυχθεί στον Περσικό Κόλπο, και μάλιστα πλησίον των Στενών του Ορμούζ, τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προκαλέσει την αντίδραση του Ιράν και τριβές στις σχέσεις Μόσχας – Τεχεράνης.
Στην εξίσωση έχει εμφανιστεί και το Ισραήλ. Τις τελευταίες ημέρες τουρκικά μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν ότι ισραηλινές πιέσεις προς το Άμπου Ντάμπι έχουν καθυστερήσει την πιθανή μεταφορά των τουρκικών S-400. Η πληροφορία δημοσιεύτηκε αρχικά από το τουρκικό φιλοκυβερνητικό μέσο Haber7 και στη συνέχεια από το «Türkiye Today». Σύμφωνα με την τουρκική εκδοχή, το Ισραήλ ενδιαφέρεται να μην ανοίξει ο δρόμος για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Πάντως, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει επίσημη ισραηλινή επιβεβαίωση αυτής της ερμηνείας. Η χρονική συγκυρία, ωστόσο, είναι αξιοσημείωτη:
● Στις 24 Σεπτεμβρίου, μετά τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ, ο Ερντογάν δήλωσε ότι είναι «βέβαιος» πως η Τουρκία θα επιστρέψει στο πρόγραμμα F-35 και ότι αναμένει συγκεκριμένα βήματα από την Ουάσιγκτον.
● Στις 26 Σεπτεμβρίου, όπως προαναφέραμε, ο Σεργκέι Λαβρόφ άφησε για πρώτη φορά ανοιχτό το ενδεχόμενο μεταφοράς των τουρκικών S-400 σε τρίτη χώρα.
● Την ίδια μέρα ο Χακάν Φιντάν επιβεβαίωσε ότι οι συνομιλίες για την τύχη των S-400 συνεχίζονται με όλους.
● Στις 27 Σεπτεμβρίου, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου μετέβη μυστικά στο Άμπου Ντάμπι και συναντήθηκε με τον Πρόεδρο των Εμιράτων Μοχάμεντ Μπιν Ζάιντ. Η επίσκεψη επιβεβαιώθηκε από ισραηλινή πηγή στο Reuters, χωρίς όμως να δημοσιοποιηθεί το περιεχόμενο της συνάντησης.
● Στις 28 Σεπτεμβρίου ο Χακάν Φιντάν μετέβη επίσης στα Εμιράτα.
Καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει συνδέσει δημοσίως τις επισκέψεις με τους S-400. Η χρονική σύμπτωση, ωστόσο, ενισχύει το γεωπολιτικό ενδιαφέρον γύρω από την υπόθεση.
Η επίσημη ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών αναφέρει ότι ο Φιντάν επισκέφτηκε τα Εμιράτα για την προετοιμασία της δεύτερης συνεδρίασης του Ανώτατου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας Τουρκίας – ΗΑΕ. Σύμφωνα με τουρκικές διπλωματικές πηγές, στην ατζέντα βρίσκονταν επίσης οι περιφερειακές κρίσεις, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στον Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα, το Ορμούζ, η Υεμένη και η Γάζα.
Η «Türkiye Gazetesi», ωστόσο, ήταν πολύ πιο συγκεκριμένη. Το δημοσίευμά της με τίτλο «Ο Φιντάν πηγαίνει στα ΗΑΕ – Επίσκεψη για τους S-400 στο Άμπου Ντάμπι» ήταν ιδιαίτερα ενδεικτικό. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι, πέρα από τα παραπάνω θέματα, στις συνομιλίες αναμένεται να συζητηθεί και η πιθανή μεταφορά των S-400.
Ακόμη και αν Άγκυρα και Άμπου Ντάμπι καταλήξουν σε συμφωνία, η μεταφορά δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς τη ρωσική συναίνεση. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι η Μόσχα, ενώ δεν έχει λάβει ακόμη επίσημο αίτημα, επέλεξε να δημοσιοποιήσει ότι δεν αποκλείει τη μεταφορά. Πρόκειται για σημαντική μεταβολή, καθώς για πρώτη φορά το Κρεμλίνο δημοσιοποιεί μια πιθανή διέξοδο στο αδιέξοδο που δημιούργησε ο Ερντογάν με την απόκτηση των S-400.
Εάν η Μόσχα συναινέσει και προχωρήσει η μεταφορά των S-400 στα Εμιράτα, τότε η Άγκυρα θα μπορούσε να επιδιώξει ταυτόχρονα τρεις στόχους:
● Πρώτον, να απαλλαγεί από ένα σύστημα το οποίο ουσιαστικά δεν μπορεί να ενσωματώσει στη ΝΑΤΟϊκή αεράμυνα.
● Δεύτερον, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την άρση των αμερικανικών κυρώσεων και την επαναφορά της αμυντικής συνεργασίας με την Ουάσιγκτον.
● Τρίτον, να ανοίξει τον δρόμο για την επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35, το οποίο συνιστά το μείζον στρατηγικό κέρδος που επιδιώκει η Άγκυρα.
Το ενδεχόμενο να απαλλαγεί η Τουρκία από τους S-400 και να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35 θα άλλαζε μακροπρόθεσμα την ισορροπία των αεροπορικών δυνατοτήτων στη Μέση Ανατολή, την ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Η Τουρκία διαθέτει ήδη σημαντική πολεμική βιομηχανία και επενδύει παράλληλα στο εγχώριο μαχητικό KAAN, στα μη επανδρωμένα συστήματα και στην ανάπτυξη πυραύλων μικρού και μεγάλου βεληνεκούς.
Για την Ελλάδα, η απόκτηση των F-35 από την Τουρκία αφορά πρωτίστως την αεροπορική ισορροπία στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Η είσοδος ενός μαχητικού 5ης γενιάς στην τουρκική Πολεμική Αεροπορία θα προσέθετε μια νέα ποιοτική παράμετρο στον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων. Τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας, οι προηγμένοι αισθητήρες και η δυνατότητα ανταλλαγής δεδομένων του F-35 δεν αφορούν μόνο την αερομαχία, αλλά συνολικά την ικανότητα εντοπισμού, στοχοποίησης και προσβολής αντιπάλων σε ένα επιχειρησιακό περιβάλλον πολλαπλών απειλών.
Η απόκτηση των F-35 δεν θα σήμαινε αυτομάτως ανατροπή της ισορροπίας υπέρ της Άγκυρας. Η Ελλάδα διαθέτει ήδη Rafale και F-16 Viper, έχει προγραμματίσει την απόκτηση έως 40 F-35 και αναπτύσσει παράλληλα ένα ευρύτερο πλέγμα αισθητήρων, αντιαεροπορικών και αντιπυραυλικών δυνατοτήτων («Ασπίδα του Αχιλλέα»). Η διαμόρφωση της νέας ισορροπίας δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των F-35, αλλά από το σύνολο των δυνατοτήτων κάθε αεροπορικής δύναμης, το επίπεδο εκπαίδευσης και κυρίως την ικανότητα ενσωμάτωσης των νέων δυνατοτήτων σε ένα πλήρως δικτυωμένο επιχειρησιακό περιβάλλον.
Για το Ισραήλ, το ζήτημα έχει ευρύτερη στρατηγική διάσταση. Η ισραηλινή ανησυχία δεν αφορά μόνο την ενίσχυση της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας, αλλά συνδέεται με τη διαχρονική αμερικανική πολιτική διατήρησης της ποιοτικής στρατιωτικής υπεροχής του Ισραήλ έναντι των περιφερειακών αντιπάλων του (Qualitative Military Edge – QME). Ο ίδιος ο Νετανιάχου δήλωσε τον Ιούλιο ότι η παράδοση F-35 στην Τουρκία θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή και να επηρεάσει την ισραηλινή αεροπορική υπεροχή.
Η ανησυχία του Ισραήλ αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή η Τουρκία δεν θα αποκτούσε απλώς ένα ακόμη σύγχρονο μαχητικό αεροσκάφος. Τα F-35 θα εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο τουρκικό σύστημα αεροπορικής και πυραυλικής ισχύος, το οποίο περιλαμβάνει το πρόγραμμα του KAAN, μη επανδρωμένα συστήματα, εγχώριους πυραύλους και αυξανόμενες δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου. Από ισραηλινής πλευράς, επομένως, το ζήτημα αφορά το πώς θα εξελιχθεί συνολικά η τουρκική στρατιωτική ισχύς τα επόμενα χρόνια και όχι μόνο τα F-35 που ενδέχεται να αποκτήσει η Άγκυρα.
Η υπόθεση των S-400 βρίσκεται πλέον σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η Μόσχα άνοιξε την πόρτα για τη μεταφορά τους σε τρίτη χώρα, η Άγκυρα αναζητεί λύση και τα Εμιράτα εμφανίζονται ως πιθανός προορισμός. Για την Τουρκία, όμως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να απαλλαγεί από τους S-400, αλλά να μετατρέψει την απομάκρυνσή τους σε «εισιτήριο» για την επιστροφή στα F-35. Αν αυτό συμβεί, η εξέλιξη θα επηρεάσει όχι μόνο τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, αλλά και την ισορροπία δυνάμεων σε περιφερειακό επίπεδο.
* Ο Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι ταξίαρχος ε.α. της Π.Α., γεωστρατηγικός αναλυτής ([email protected])
Διαβάστε επίσης:
Ταϊβάν: Γιατί οι ΗΠΑ βλέπουν να απομακρύνεται η κινεζική εισβολή το 2027 – Το νέο ορόσημο
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.