search
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 02.10.2026 08:23
MENU CLOSE

Πριν από τον μεγάλο πόλεμο; – Ο κόσμος μετά την ειρήνη (Μέρος Β’)

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2458
01/10/2026
02.10.2026 07:15
nuclear_missiles_new
pontiki icon Takeaways by to pontiki AI
  • Οι μεγάλες δυνάμεις αυξάνουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες και αναδιατάσσουν τις οικονομίες τους, εν μέσω αυξανόμενων ενδείξεων ότι προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης υψηλής έντασης.
  • Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν το 2025 στα 2,9 τρισεκατομμύρια δολάρια, με τα κράτη να επενδύουν εντατικά σε σύγχρονα οπλικά συστήματα, τεχνητή νοημοσύνη και την ανασυγκρότηση της αμυντικής τους βιομηχανίας.
  • Η σημασία των πυρηνικών όπλων επανέρχεται στη στρατηγική σκέψη, καθώς οι πυρηνικές δυνάμεις εκσυγχρονίζουν τα οπλοστάσιά τους, ενώ οι διεθνείς μηχανισμοί ελέγχου και οι σχετικές συμφωνίες παρουσιάζουν σημαντική υποχώρηση.
  • Οι μεγάλες δυνάμεις επιδιώκουν τη μείωση της οικονομικής εξάρτησης από αντιπάλους, θεωρώντας πλέον την οικονομική αλληλεξάρτηση ως πιθανή πηγή ευπάθειας και όχι ως εγγύηση ειρήνης.

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Στο πρώτο μέρος αυτής της προσπάθειας να δούμε πού βρίσκεται και, κυρίως, πού πηγαίνει ο κόσμος, είδαμε πώς οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στον Κόλπο ανεβάζουν το κόστος της ενέργειας και των μεταφορών. Ο λογαριασμός φτάνει στις επιχειρήσεις και, τελικά, στα νοικοκυριά. Οι συνέπειες όμως δεν σταματούν στην ακρίβεια…

Οι μεγάλες δυνάμεις διαπιστώνουν στην πράξη πόσο εύκολα ένας πόλεμος μπορεί να διακόψει τον εφοδιασμό τους με ενέργεια και κρίσιμες πρώτες ύλες. Προσπαθούν λοιπόν να μειώσουν αυτές τις εξαρτήσεις εφοδιασμού, ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν τις στρατιωτικές δαπάνες και μελετούν σενάρια ενδεχόμενων μελλοντικών κρίσεων, για τα οποία προετοιμάζονται. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν αποφασίσει να πολεμήσουν μεταξύ τους. Σημαίνει όμως ότι παίρνουν ξανά στα σοβαρά αυτό το ενδεχόμενο.

Από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή μέχρι την Ταϊβάν, οι μεγάλες δυνάμεις εξοπλίζονται, αναδιατάσσουν συμμαχίες και προσαρμόζουν τις οικονομίες τους σε έναν πιο επικίνδυνο κόσμο. Δεν γνωρίζουμε αν ζούμε το πρελούδιο μιας σύγκρουσης υπερδυνάμεων. Γνωρίζουμε όμως ότι το ενδεχόμενό της έχει πάψει να θεωρείται αδιανόητο.

Ίσως κάνουμε λάθος όταν αναζητούμε την ημερομηνία έναρξης ενός νέου παγκόσμιου πολέμου. Οι μεγάλες συγκρούσεις δεν αρχίζουν απαραιτήτως τη στιγμή που πέφτει η πρώτη βόμβα. Προηγείται μια περίοδος κατά την οποία μεταβάλλονται οι ισορροπίες, αυξάνονται οι εξοπλισμοί, ξεσπούν περιφερειακές συγκρούσεις και οι κοινωνίες συνηθίζουν ξανά στην ιδέα ότι η στρατιωτική ισχύς καθορίζει τη διεθνή πολιτική.

Στο πρώτο μέρος είδαμε πώς οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή συναντώνται στην παγκόσμια οικονομία επηρεάζοντας την ενέργεια, τις μεταφορές και τις τιμές. Εδώ το ερώτημα είναι ευρύτερο: Αποτελούν δύο ανεξάρτητες και ασύνδετες μεταξύ τους συγκρούσεις ή αποτελούν / περιγράφουν τα συμπτώματα μιας βαθύτερης αλλαγής του διεθνούς συστήματος;

Δεν υπάρχουν στοιχεία για να υποστηρίξει κανείς σοβαρά ότι έχει αρχίσει ένας Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Υπάρχουν όμως πολλές ενδείξεις πως οι μεγάλες δυνάμεις προετοιμάζονται πλέον και για το ενδεχόμενο να πολεμήσουν κάποτε η μία την άλλη.

Κούρσα εξοπλισμών

Η πρώτη ένδειξη βρίσκεται στους αριθμούς. Σύμφωνα με το SIPRI Yearbook 2026, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν για ενδέκατη συνεχόμενη χρονιά και έφτασαν το 2025 τα 2,9 τρισ. δολάρια. Μόνο στην Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 14% μέσα σε έναν χρόνο, φθάνοντας τα 864 δισ. δολάρια.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν μακράν πρώτες, με 954 δισ. δολάρια, η Κίνα ακολούθησε με περίπου 336 δισ. και η Ρωσία με 190 δισ. Περισσότερο όμως από αυτά καθαυτά τα ποσά ενδιαφέρον έχει το πού «επενδύονται». Τα κράτη αυξάνουν την παραγωγή πυρομαχικών και πυραύλων, επενδύουν σε drones, αεράμυνα, δορυφόρους και τεχνητή νοημοσύνη, προστατεύουν κρίσιμες υποδομές και ανασυγκροτούν τις αμυντικές τους βιομηχανίες.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται το ΝΑΤΟ, που αποφάσισε το 2025 να θέσει τον στόχο των συνολικών αμυντικών και συναφών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς αύξησαν ήδη τις αμυντικές τους δαπάνες σχεδόν κατά 20% σε πραγματικούς όρους μέσα σε έναν χρόνο.

Όλα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι κάποια κυβέρνηση έχει αποφασίσει να ξεκινήσει έναν μεγάλο πόλεμο. Δείχνουν όμως ότι η πιθανότητα σύγκρουσης υψηλής έντασης έχει επιστρέψει στους στρατηγικούς υπολογισμούς των μεγάλων δυνάμεων και των χωρών που επηρεάζουν. Έτσι όλες οι κυβερνήσεις, ειδικά των χωρών που βρίσκονται σε «γεωπολιτικά ασταθείς περιοχές», διαθέτουν τεράστιους πόρους –με προφανείς συνέπειες για τις δημοσιονομικές τους επιλογές –για να προετοιμαστούν γι’ αυτήν την πιθανότητα ή, όπως θα υποστήριζαν οι ίδιες, για να την αποτρέψουν.

Σύστημα κρίσεων

Το δεύτερο ανησυχητικό στοιχείο– πέρα από τις θηριώδεις στρατιωτικές δαπάνες – είναι ότι οι τρέχουσες κρίσεις/συγκρούσεις δεν περιορίζονται γεωγραφικά. Ο πόλεμος στην Ουκρανία διεξάγεται στην Ευρώπη, αλλά πίσω από το πεδίο της μάχης βρίσκονται η Ρωσία, οι ΗΠΑ, η (πυρηνική) Βόρεια Κορέα και οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Κατά συνέπεια η παρατεταμένη ρωσο-ουκρανική σύγκρουση επηρεάζει τις αγορές ενέργειας, ανεβάζει το κόστος ζωής και δεσμεύει θηριώδη κεφάλαια για την πολεμική βιομηχανία.

Η Μέση Ανατολή είναι διαφορετικό μέτωπο, όμως οι συγκρούσεις εκεί απειλούν ζωτικές ενεργειακές και θαλάσσιες οδούς, εμπλέκοντας άμεσα ή έμμεσα τις ΗΠΑ, το Ιράν, το Ισραήλ και τις αραβικές μοναρχίες, καθώς και την Κίνα και την Ινδία, που καλύπτουν μεγάλο μέρος των τεράστιων ενεργειακών τους αναγκών με εισαγωγές από τον Κόλπο.

Στην άλλη άκρη του κόσμου βρίσκεται η Ταϊβάν. Εκεί μια κρίση θα μπορούσε να αλλάξει κατηγορία, φέρνοντας αμερικανικές και κινεζικές δυνάμεις σε άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση. Η ετήσια εκτίμηση απειλών των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών για το 2026 αναφέρει ότι το Πεκίνο εξακολουθεί να μεθοδεύει την ενοποίηση (με την Ταϊβάν) χωρίς πόλεμο και δεν έχει καθορισμένο χρονοδιάγραμμα εισβολής. Παρ’ όλα αυτά, ο κινεζικός στρατός αναπτύσσει τις δυνατότητες που θα χρειαζόταν αν αποφάσιζε να καταλάβει την Ταϊβάν και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει ενδεχόμενη αμερικανική επέμβαση.

Η αντίφαση είναι προφανής: οι μεγάλες δυνάμεις μπορεί να μην επιθυμούν τον πόλεμο, αλλά προετοιμάζονται για την περίπτωση που θα τον επιλέξει ο αντίπαλος – ή που μια κρίση θα ξεφύγει από τον έλεγχο.

Η επιστροφή των πυρηνικών

Μέσα σε αυτήν την κινούμενη άμμο των διεθνών εξελίξεων ακόμη πιο ανησυχητική είναι η θέση που αποκτούν ξανά τα πυρηνικά όπλα στη στρατηγική σκέψη. Το SIPRI υπολογίζει ότι στις αρχές του 2026 υπήρχαν παγκοσμίως περίπου 12.187 πυρηνικές κεφαλές. Από αυτές, περίπου 4.012 ήταν αναπτυγμένες σε πυραύλους και αεροσκάφη, ενώ περισσότερες από 2.100 βρίσκονταν σε υψηλή επιχειρησιακή ετοιμότητα.

Και οι εννέα πυρηνικές δυνάμεις συνεχίζουν τον εκσυγχρονισμό των οπλοστασίων τους, την ώρα που εξασθενούν οι μηχανισμοί ελέγχου. Η New START (συμφωνία ΗΠΑ – Ρωσίας, που έθετε όρια στα στρατηγικά πυρηνικά όπλα των δύο χωρών και προέβλεπε τρόπους ελέγχου της τήρησής τους) έληξε στις 5 Φεβρουαρίου 2026 χωρίς διάδοχη συμφωνία, ενώ η Διάσκεψη Αναθεώρησης της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών ολοκληρώθηκε το 2026, για τρίτη συνεχόμενη φορά, χωρίς κοινό τελικό κείμενο.

Χωρίς σταθερά στρατόπεδα

Θα ήταν εύκολο να ονομάσουμε αυτή την εποχή «νέο Ψυχρό Πόλεμο». Η αναλογία όμως είναι ελλιπής επειδή δεν υπάρχουν δύο συμπαγή και καθαρά διαχωρισμένα στρατόπεδα, όπως εκείνα της Ουάσιγκτον και της Μόσχας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η συνεργασία Κίνας και Ρωσίας έχει ενισχυθεί, ενώ το Ιράν και η Βόρεια Κορέα έχουν αναπτύξει στενότερες σχέσεις μαζί τους. Αυτό δεν συγκροτεί αυτομάτως ενιαίο στρατιωτικό μπλοκ, με κοινή διοίκηση και δεσμεύσεις αντίστοιχες του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, χώρες όπως η Ινδία, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία,το Πακιστάν και η Βραζιλία επιδιώκουν σχέσεις με περισσότερα κέντρα ισχύος, διαπραγματευόμενες με βάση τα δικά τους συμφέροντα.

Ο κόσμος γίνεται έτσι «ακραία» πολυπολικός και λιγότερο προβλέψιμος. Η πολυπολικότητα προσφέρει ίσως κάποια περιθώρια ευελιξίας (για τους μικρότερους «παίκτες» του διεθνούς συστήματος), η οποία μπορεί να επιτρέψει συμβιβασμούς. Μπορεί όμως και να ενθαρρύνει τις μεγάλες δυνάμεις να δοκιμάζουν συνεχώς τα όρια των άλλων.

Η οικονομία του πολέμου

Η ενεργειακή κρίση έδειξε πώς ένας πόλεμος μπορεί να διαταράξει την οικονομία. Τώρα συμβαίνει και το αντίστροφο: οι μεγάλες δυνάμεις οργανώνουν τμήματα της οικονομίας τους με γνώμονα τις ανάγκες μιας πιθανής γεωπολιτικής σύγκρουσης. Με άλλα λόγια, η οικονομία προσαρμόζεται σε ενδεχόμενες πολεμικές ανάγκες…

Εξοπλισμοί: Τα επόμενα βήματα - Media

Και η αντιπαράθεση κλιμακώνεται, καθώς οι «μεγάλοι» μάχονται για εξασφάλιση των προμηθειών τους σε ημιαγωγούς, σπάνιες γαίες, ενέργεια, καθώς και τον έλεγχο στα λιμάνια, στα δίκτυα επικοινωνίας, στα συστήματα πληρωμών και στην παραγωγή στρατιωτικού υλικού. Η λογική είναι απλή: Μια εξάρτηση από πιθανό αντίπαλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο σε μελλοντική κρίση.

Γι’ αυτό η Ευρώπη αναζητεί μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια, οι ΗΠΑ περιορίζουν την πρόσβαση της Κίνας σε κρίσιμες τεχνολογίες και το Πεκίνο επιδιώκει μεγαλύτερη αυτάρκεια. Η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν εξαφανίζεται, όμως παύει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εγγύηση ειρήνης και, αντίθετα, θεωρείται πλέον ως πιθανή πηγή ευπάθειας.

Ο κίνδυνος της αλυσίδας

Ένας πόλεμος μεταξύ υπερδυνάμεων δεν χρειάζεται να ξεκινήσει με μια συνειδητή απόφαση για παγκόσμια σύγκρουση. Μπορεί να προκύψει από αλληλουχία κρίσεων και αντιδράσεων που αρχικά φαίνονται ελεγχόμενες, αλλά περιορίζουν σταδιακά τα περιθώρια υποχώρησης. Όπως για παράδειγμα:

● Ένα σοβαρό επεισόδιο στη Μαύρη Θάλασσα που θα αγγίξει κράτος του ΝΑΤΟ.

● Μια κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο που θα προκαλέσει επέμβαση τρίτων χωρών.

● Μια κρίση γύρω από την Ταϊβάν.

● Ένα πλήγμα σε κρίσιμη υποδομή, που θα αποδοθεί, σωστά ή λανθασμένα, σε άλλη μεγάλη δύναμη.

● Μια κυβερνοεπίθεση στην οποία η αντίδραση θα προηγηθεί της βεβαιότητας για τον δράστη.

Καμία από αυτές τις κρίσεις δεν οδηγεί αυτομάτως σε παγκόσμιο πόλεμο. Όσο όμως πληθαίνουν τα σημεία ανάφλεξης και συναντώνται στα ίδια μέτωπα τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μιας αλυσίδας αποφάσεων που κανείς δεν (θα) ήθελε να φτάσει μέχρι το τέλος της.

Ο ισχυρός αντίλογος

Σε όλα αυτά υπάρχει σοβαρός αντίλογος. Πολλοί αναλυτές σημειώνουν ότι αν οι εξοπλισμοί και οι περιφερειακές συγκρούσεις οδηγούσαν νομοτελειακά σε παγκόσμιο πόλεμο, οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση θα είχαν συγκρουστεί πολλές φορές κατά τον Ψυχρό Πόλεμο.

Η πυρηνική αποτροπή καθιστά τρομακτικά υψηλό το κόστος μιας συνειδητής επιλογής για παγκόσμια σύγκρουση. Η οικονομική αλληλεξάρτηση ΗΠΑ και Κίνας παραμένει μεγάλη. Ένας πόλεμος στην Ταϊβάν θα έπληττε σοβαρά και τις δύο χώρες, μαζί με την παγκόσμια οικονομία. Εξακολουθούν επίσης να υπάρχουν – μεταξύ των υπερδυνάμεων – δίαυλοι επικοινωνίας και μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων.

Τελικά η προετοιμασία για πόλεμο δεν σημαίνει απαραίτητα επιθυμία για πόλεμο. Η θεωρία της αποτροπής στηρίζεται ακριβώς στην υπόθεση ότι μια αξιόπιστη άμυνα μπορεί να πείσει τον αντίπαλο να μην επιτεθεί. Τα ίδια δεδομένα, επομένως, επιδέχονται δύο αναγνώσεις: οι εξοπλισμοί μπορεί να προετοιμάζουν μιασύγκρουση ή να συμβάλουν στην αποτροπή της. Καμία από τις δύο αυτές αναγνώσεις δεν μπορεί σήμερα να θεωρηθεί βέβαιη.

Ο «νέος» Μεσοπόλεμος

Δεν χρειάζεται να αναζητούμε αναλογίες της σημερινής παγκόσμιας κατάστασης με τον Μεσοπόλεμο για να καταλάβουμε την αλλαγή. Ζούμε μια περίοδο ανακατανομής της παγκόσμιας ισχύος. Η κυριαρχία της Δύσης αμφισβητείται, η Κίνα διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο, η Ρωσία επιχειρεί να ανατρέψει με στρατιωτική ισχύ δεδομένα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και περιφερειακές δυνάμεις αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία.

Το SIPRI μιλά για «συστημική διαταραχή», ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων και κατακερματισμό της διεθνούς τάξης. Οι όροι αυτοί περιγράφουν καλύτερα την κατάσταση από τη βεβαιότητα ότι ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι προδιαγεγραμμένος.

Η συνολική κατεύθυνση, πάντως, είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί αυξάνονται, τα πυρηνικά οπλοστάσια εκσυγχρονίζονται, οι αμυντικές βιομηχανίες επεκτείνονται. Οι μεγάλες δυνάμεις μειώνουν οικονομικές και τεχνολογικές εξαρτήσεις, ενώ προσαρμόζουν τις συμμαχίες τους σε έναν μακροχρόνιο ανταγωνισμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μεγάλος πόλεμος θα έρθει. Σημαίνει όμως ότι ο κόσμος δεν συμπεριφέρεται πλέον σαν να θεωρεί βέβαιο πως δεν θα έρθει…

Διαβάστε επίσης

Καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου: Καμία πόντιση χωρίς συντονισμό με εμάς, λέει το τουρκικό υπουργείο Άμυνας – Αντιδράσεις για την «υποχώρηση» του Συρίγου

Μητσοτάκης για το Εθνικό Πρότυπο Κέντρο για την Άνοια στο Περιστέρι: Να καταπολεμήσουμε ένα στίγμα

Ξεκινά η διαδικασία συγκρότησης του Ειδικού Δικαστηρίου για τον Τριαντόπουλο – Εντός Οκτωβρίου η κλήρωση των υποψηφίων δικαστικών

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 02.10.2026 08:21