Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα δεν αποτελεί πρωτοφανές γεγονός στη διπλωματική ιστορία των ΗΠΑ. Κάθε άλλο. Αμερικανοί πρέσβεις έχουν ανακληθεί, αποπεμφθεί ή εξαναγκαστεί σε παραίτηση για λόγους που εκτείνονται από προσωπικά σκάνδαλα και κακοδιαχείριση μέχρι πολιτικές συγκρούσεις και παιχνίδια εξουσίας.
Υπάρχει, μάλιστα, ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ελληνικό προηγούμενο, που μας μεταφέρει στο 1953, στον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο, στη βασίλισσα Φρειδερίκη και στον πανίσχυρο τότε Αμερικανό πρέσβη Τζον Πιουριφόι.
Οι ιστορίες αυτές δεν είναι ίδιες. Αποκαλύπτουν, όμως, ότι πίσω από μια διπλωματική απομάκρυνση μπορεί να κρύβεται κάτι πολύ σημαντικότερο από μια απλή αλλαγή προσώπου.
Τον Ιούλιο του 1953, η Ουάσιγκτον αποφάσισε να αντικαταστήσει τον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα, Τζον Πιουριφόι, μια από τις ισχυρότερες και πλέον παρεμβατικές προσωπικότητες της αμερικανικής διπλωματίας στην Ελλάδα κατά την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο.
Η απόφαση προκάλεσε την οργή του τότε πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου, ο οποίος υποπτευόταν ότι πίσω από την απομάκρυνση βρισκόταν η βασίλισσα Φρειδερίκη. Η ιστορία δεν αποτελεί μεταγενέστερη φημολογία. Καταγράφεται σε απόρρητο τηλεγράφημα του ίδιου του Πιουριφόι προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στις 13 Ιουλίου 1953, το οποίο έχει αποχαρακτηριστεί.

Ο Παπάγος εμφανίζεται στο τηλεγράφημα εξοργισμένος, κατηγορώντας το Παλάτι ότι συνωμοτούσε επί μακρόν εναντίον του Αμερικανού πρέσβη. Μάλιστα, φέρεται να υποστήριξε ότι η Φρειδερίκη είχε ζητήσει προσωπικά την ανάκλησή του κατά την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Ελλάδα. Το εντυπωσιακότερο είναι ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός αντιμετώπισε την υπόθεση ως ζήτημα σύγκρουσης ανάμεσα στη συνταγματική κυβέρνηση και το Στέμμα, απειλώντας ουσιαστικά με ανοιχτή αντιπαράθεση.
Η Ουάσιγκτον αρνήθηκε ότι το Παλάτι είχε παρέμβει για την αντικατάσταση. Επομένως, οι υποψίες του Παπάγου δεν αποδεικνύονται από τα αμερικανικά έγγραφα. Ωστόσο, η ιστορία αποκαλύπτει κάτι εξαιρετικά χαρακτηριστικό της εποχής: η τύχη ενός Αμερικανού πρέσβη μπορούσε να προκαλέσει πολιτική κρίση στην Ελλάδα, καθώς η αμερικανική επιρροή διαπερνούσε τις σχέσεις κυβέρνησης, Παλατιού και εγχώριων κέντρων εξουσίας.
Περισσότερο από έξι δεκαετίες αργότερα, μια άλλη απομάκρυνση πρέσβειρας εξελίχθηκε σε μείζον πολιτικό σκάνδαλο, αυτή τη φορά στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Την άνοιξη του 2019, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακάλεσε τη Μαρί Γιοβάνοβιτς, πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ουκρανία και διπλωμάτη καριέρας με πολυετή υπηρεσία.

Η Γιοβάνοβιτς είχε βρεθεί στο στόχαστρο μιας οργανωμένης εκστρατείας δυσφήμησης, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ, Ρούντι Τζουλιάνι. Σύμφωνα με την έρευνα του αμερικανικού Κογκρέσου, η πρέσβειρα αποτελούσε εμπόδιο για πρόσωπα που επιδίωκαν να προωθήσουν πολιτικά και ιδιωτικά συμφέροντα στην Ουκρανία. Η απομάκρυνσή της δεν έκλεισε την υπόθεση. Αντιθέτως, η Γιοβάνοβιτς κατέθεσε στη διαδικασία που οδήγησε στην πρώτη παραπομπή του Τραμπ.
Η ειρωνεία ήταν εντυπωσιακή: Μια διπλωμάτης που είχε ανακληθεί χωρίς να της αποδοθεί συγκεκριμένο παράπτωμα επέστρεψε στο προσκήνιο ως κρίσιμη μάρτυρας σε μια υπόθεση που απειλούσε την ίδια την προεδρία.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ αντιλαμβάνεται την πολιτική πίστη ήταν η περίπτωση του Γκόρντον Σόντλαντ. Επιχειρηματίας και σημαντικός χρηματοδότης των Ρεπουμπλικανών, είχε διοριστεί πρέσβης των ΗΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τον ίδιο τον Τραμπ.
Όταν, όμως, κατέθεσε στην έρευνα για το ουκρανικό σκάνδαλο, περιγράφοντας τις πιέσεις προς το Κίεβο και εμπλέκοντας υψηλόβαθμους αξιωματούχους της κυβέρνησης, η σχέση τους κατέρρευσε.
Τον Φεβρουάριο του 2020 ο Τραμπ τον απομάκρυνε, μόλις δύο ημέρες μετά την αθώωσή του από τη Γερουσία στη δίκη για την παραπομπή του.
Η απόφαση ερμηνεύτηκε ευρέως ως πολιτική εκδίκηση. Ο Σόντλαντ είχε μάθει με τον δύσκολο τρόπο ότι η οικονομική στήριξη και η προσωπική πρόσβαση στον πρόεδρο δεν εξασφαλίζουν πολιτική ασυλία.

Δεν ήταν, πάντως, μόνο ο Τραμπ που βρέθηκε αντιμέτωπος με προβληματικούς διπλωματικούς διορισμούς. Το 2011, η Σίνθια Στράουμ, πρέσβειρα των ΗΠΑ στο Λουξεμβούργο και πολιτική επιλογή του Μπαράκ Ομπάμα, παραιτήθηκε έπειτα από μια ιδιαίτερα επικριτική έκθεση του γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Η έκθεση περιέγραφε μια πρεσβεία σε κατάσταση σοβαρής δυσλειτουργίας, με προβλήματα διοίκησης, καταγγελίες για αυταρχική συμπεριφορά και αμφιλεγόμενες δαπάνες. Ανάμεσα στα ευρήματα περιλαμβάνονταν και αγορές κρασιών και οινοπνευματωδών ποτών ύψους περίπου 3.400 δολαρίων με χρήματα της πρεσβείας.
Η υπόθεση είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία επειδή η Στράουμ ήταν σημαντική υποστηρίκτρια της προεκλογικής εκστρατείας του Ομπάμα. Η πρεσβευτική θέση, ωστόσο, αποδείχθηκε πολύ πιο απαιτητική από μια πολιτική ανταμοιβή.

Την ίδια χρονιά, ένας ακόμη διορισμένος από τον Ομπάμα πρέσβης, ο Ντάγκλας Κμιτς, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη Μάλτα έπειτα από επικριτική έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο Κμιτς, γνωστός νομικός και ένθερμος υποστηρικτής του διαθρησκευτικού διαλόγου, κατηγορήθηκε ότι αφιέρωνε υπερβολικό χρόνο σε άρθρα, ομιλίες και θρησκευτικά ζητήματα, παραμελώντας βασικές διπλωματικές προτεραιότητες.
Ο ίδιος απέρριψε την κριτική, υποστηρίζοντας ότι η προώθηση της θρησκευτικής συνεννόησης αποτελούσε μέρος της αποστολής του.
Η περίπτωσή του ανέδειξε μια διαφορετική πλευρά του προβλήματος: ένας πολιτικός διορισμός μπορεί να αποτύχει ακόμη και χωρίς οικονομικό σκάνδαλο ή σύγκρουση με την κυβέρνηση της χώρας υποδοχής.
Η περίπτωση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ συνδυάζει ορισμένα χαρακτηριστικά των προηγούμενων ιστοριών, χωρίς να ταυτίζεται με καμία.
Η πρέσβειρα στην Αθήνα δεν ήταν διπλωμάτης καριέρας. Ήταν πολιτική επιλογή με ισχυρούς προσωπικούς δεσμούς με την οικογένεια Τραμπ, η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με δημοσιεύματα για οικονομικές συναλλαγές, επιχειρηματικές διασυνδέσεις και αμφιλεγόμενη άσκηση διπλωματικής επιρροής.
Οι καταγγελίες δεν έχουν αποδειχθεί και η ίδια τις αρνείται κατηγορηματικά. Ωστόσο, αποδείχθηκαν αρκετά σοβαρές πολιτικά ώστε ο Λευκός Οίκος να ζητήσει την παραίτησή της. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η Γκιλφόιλ απομακρύνεται από έναν πρόεδρο που την είχε επιλέξει προσωπικά, ενώ η θητεία της στην Αθήνα είχε προβληθεί ως σύμβολο της αναβαθμισμένης ελληνοαμερικανικής συνεργασίας.
Η σύγκριση με τις προηγούμενες περιπτώσεις αναδεικνύει και μια διαχρονική παθογένεια της αμερικανικής διπλωματίας: τη χρησιμοποίηση σημαντικών πρεσβευτικών θέσεων ως πολιτικών ανταμοιβών προς χρηματοδότες, υποστηρικτές και πρόσωπα του προεδρικού περιβάλλοντος.
Από τον Πιουριφόι του 1953 μέχρι τη Γκιλφόιλ του 2026, οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά. Εκείνο που παραμένει είναι η ιδιαίτερη πολιτική σημασία της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα.
Με μία ουσιαστική διαφορά: το 1953 ο Έλληνας πρωθυπουργός εξοργιζόταν επειδή απομακρυνόταν ο Αμερικανός πρέσβης. Το 2026 η απομάκρυνση της Αμερικανίδας πρέσβειρας γεννά ερωτήματα για όσα συνέβησαν κατά τη θητεία της και για όσα γνώριζε η ελληνική κυβέρνηση. Και αυτή είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ιστορική σύγκριση.
Διαβάστε επίσης:
Τι έβαλε στις βαλίτσες του ο Ρούμπιο;
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.