Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ απομάκρυνση του Μπενιαμίν Νετανιάχου από την εξουσία δεν συνεπάγεται απαραίτητα αλλαγή πορείας για το Ισραήλ. Η μετατόπιση προς την ακροδεξιά, η πολιτική απέναντι στους Παλαιστινίους και οι περιορισμοί στην πολιτική εκπροσώπηση θα συνεχιστούν ακόμη και με διαφορετική κυβέρνηση.
Οι Ισραηλινοί προσέρχονται σήμερα, 27 Οκτωβρίου, στις κάλπες, σε μια εκλογική αναμέτρηση που θα μπορούσε να τερματίσει την πολυετή παραμονή του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην εξουσία. Ωστόσο, ακόμη κι αν ο σημερινός πρωθυπουργός ηττηθεί, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα ανακοπεί η πολιτική στροφή προς την ακροδεξιά.
Η ισραηλινή πολιτική σκηνή έχει μετατοπιστεί προς ένα υπερεθνικιστικό και αυταρχικό όραμα, το οποίο δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον Νετανιάχου. Οι δυνάμεις που το προωθούν έχουν αποκτήσει επιρροή σε βασικούς θεσμούς, ενώ η προοπτική μιας νέας κυβέρνησης δεν αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει τις πολιτικές που έχουν εδραιωθεί.
Ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού και επικεφαλής του κόμματος Yashar!, εμφανίζεται ως βασικός διεκδικητής της πρωθυπουργίας. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, το κόμμα του συγκεντρώνει περίπου 22 έδρες, έναντι 20 του Λικούντ του Νετανιάχου. Ωστόσο, κανένα από τα δύο πολιτικά μπλοκ δεν εμφανίζεται να διαθέτει σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η αντιπολίτευση, επομένως, θα χρειαστεί να αναζητήσει συμμάχους πέρα από τις δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως σιωνιστικές. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα αραβικά κόμματα που εκπροσωπούν τους Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ, καθώς και τα υπερορθόδοξα κόμματα. Παρά τη σημασία τους για τον σχηματισμό κυβέρνησης, οι ηγέτες του αντιπολιτευόμενου μπλοκ έχουν επανειλημμένα αποκλείσει τη συνεργασία με αραβικά κόμματα.
Η αντίφαση αυτή αποτυπώνεται και στη στάση που υιοθέτησαν ισραηλινά κόμματα απέναντι στη συμμετοχή αραβικών πολιτικών δυνάμεων στις εκλογές.
Στις 23 Σεπτεμβρίου, η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή αποφάσισε τον αποκλεισμό της Κοινής Λίστας, της Ενωμένης Αραβικής Λίστας (Ραάμ), του βουλευτή Οφέρ Κασίφ και του Σάμι Αμπού Σεχάντε, επικεφαλής του Μπαλάντ. Οι αιτιάσεις αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την άρνηση της ύπαρξης του Ισραήλ ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους και την υποστήριξη ένοπλου αγώνα εναντίον του.
Οι αποφάσεις προκάλεσαν αντιδράσεις από τις θιγόμενες πολιτικές δυνάμεις, που τις χαρακτήρισαν προσπάθεια περιορισμού της πολιτικής εκπροσώπησης των Αράβων πολιτών και των επικριτών της κατοχής. Υπέρ ορισμένων από τους αποκλεισμούς ψήφισαν και κόμματα της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων το Yisrael Beiteinu του Αβιγκντόρ Λίμπερμαν.
Οι αποκλεισμοί, ωστόσο, δεν παρέμειναν σε ισχύ. Στις 2 Οκτωβρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ ανέτρεψε τις αποφάσεις για την Κοινή Λίστα και τη Ραάμ, ενώ με πλειοψηφία επτά προς δύο επέτρεψε και στον Οφέρ Κασίφ να συμμετάσχει στις εκλογές. Ο Αμπού Σεχάντε απέσυρε την υποψηφιότητά του, αφού κατά τη δικαστική διαδικασία διαφάνηκε ότι υπήρχε πλειοψηφία υπέρ του αποκλεισμού του.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τόσο τα όρια που τίθενται στην πολιτική εκπροσώπηση των Παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ όσο και τον ρόλο των δικαστικών θεσμών στην ανατροπή αποφάσεων που περιορίζουν τη συμμετοχή στις εκλογές. Το γεγονός, πάντως, ότι οι αποκλεισμοί ανατράπηκαν δεν αναιρεί το πολιτικό μήνυμα που εξέπεμψε η αρχική απόφαση ούτε τις ευρύτερες αντιφάσεις της ισραηλινής πολιτικής σκηνής.
Η στάση απέναντι στους Παλαιστινίους είναι ένα από τα πεδία στα οποία η αλλαγή κυβέρνησης δεν εγγυάται απαραίτητα αλλαγή πολιτικής. Η ισραηλινή πολιτική μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 έχει διαμορφωθεί γύρω από ένα δόγμα που δίνει έμφαση στην προληπτική αντιμετώπιση απειλών, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις πέρα από τα σύνορα και στη διατήρηση ζωνών ασφαλείας σε γειτονικά εδάφη.

Η προσέγγιση αυτή δεν περιορίζεται στον Νετανιάχου. Η στήριξη στην πολιτική στρατιωτικής ισχύος και στον μόνιμο ισραηλινό έλεγχο των Παλαιστινίων έχει διευρυνθεί σε σημαντικό τμήμα του εβραϊκού πολιτικού φάσματος, ενώ η υποστήριξη στην προοπτική ενός παλαιστινιακού κράτους έχει υποχωρήσει.
Μια κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ ή άλλον ηγέτη της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να περιορίσει τις πιο ακραίες επιλογές της σημερινής κυβέρνησης. Στη Γάζα, θα μπορούσε να επιδείξει μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τους όρους της εκεχειρίας και να διευκολύνει την εφαρμογή της επόμενης φάσης της. Στη Δυτική Όχθη, θα μπορούσε να λάβει μέτρα κατά των μη εξουσιοδοτημένων εποικιστικών φυλακίων, να περιορίσει τη βία εποίκων και να μειώσει την πίεση προς την Παλαιστινιακή Αρχή.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι θα σταματούσε η επέκταση των εποικισμών ή ότι θα άνοιγε ο δρόμος για την αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους. Οι βασικές διαφωνίες ανάμεσα στον Νετανιάχου και τον Άιζενκοτ στην εξωτερική πολιτική είναι περιορισμένες, παρά τις διαφορές τους σε ζητήματα εσωτερικής διακυβέρνησης.
Στη Δυτική Όχθη, η επέκταση των εποικισμών και η ενίσχυση των εποικιστικών φυλακίων διαμορφώνουν μια πραγματικότητα που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την προοπτική βιώσιμης πολιτικής λύσης. Στη Γάζα, αντίστοιχα, η αλλαγή προσώπων στην κυβέρνηση δεν απαντά από μόνη της στα θεμελιώδη ερωτήματα για το μέλλον της περιοχής, την ανοικοδόμηση και τα πολιτικά δικαιώματα των Παλαιστινίων.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η πολιτική κατεύθυνση του Ισραήλ δεν καθορίζεται μόνο από τον εκάστοτε πρωθυπουργό. Επηρεάζεται επίσης από τους κυβερνητικούς συσχετισμούς, τις πολιτικές που έχουν αποκτήσει ευρεία αποδοχή και τα όρια της συζήτησης για την κατοχή και τη σύγκρουση.
Το αποτέλεσμα της κάλπης θα καθορίσει τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης, αλλά και τα περιθώρια αλλαγής πολιτικής. Η απουσία σαφούς πλειοψηφίας αφήνει ανοιχτά διαφορετικά σενάρια, από ένα παρατεταμένο πολιτικό αδιέξοδο έως τον σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας ή μιας ευρύτερης κυβέρνησης συνεργασίας.
Ο Άιζενκοτ θα μπορούσε να επιδιώξει τον σχηματισμό κυβέρνησης με εξωτερική στήριξη από τα αραβικά κόμματα ή να αναζητήσει συμφωνία με τα υπερορθόδοξα κόμματα, παρά τις διαφωνίες γύρω από τη στρατιωτική θητεία. Ένα άλλο ενδεχόμενο είναι η προσχώρηση βουλευτών από το αντίπαλο μπλοκ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη πλειοψηφία των 61 εδρών στην Κνεσέτ.
Δεν αποκλείεται, επίσης, μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή του Νετανιάχου, αν και μια τέτοια συμφωνία θα είχε σημαντικό πολιτικό κόστος για την αντιπολίτευση. Σε περίπτωση που κανένας ηγέτης δεν καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση, το Ισραήλ θα μπορούσε να οδηγηθεί σε νέα εκλογική αναμέτρηση.

Σε κάθε περίπτωση, μια κυβέρνηση της αντιπολίτευσης θα αντιμετώπιζε εσωτερικές αντιφάσεις και περιορισμένα περιθώρια ελιγμών. Στο εσωτερικό, θα μπορούσε να σταματήσει τη δικαστική μεταρρύθμιση που προωθούσε ο Νετανιάχου, να προχωρήσει σε κρατική επιτροπή διερεύνησης των γεγονότων της 7ης Οκτωβρίου και να επιχειρήσει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της στρατιωτικής θητείας των υπερορθόδοξων.
Στην εξωτερική πολιτική, όμως, η αλλαγή δεν αναμένεται να είναι αντίστοιχης έκτασης. Αντίθετα, μια νέα κυβέρνηση που θα στηριζόταν στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να περιορίσει τις πιο ακραίες επιλογές, χωρίς να εγκαταλείψει τη στρατηγική της στρατιωτικής ισχύος και του ελέγχου των παλαιστινιακών εδαφών.
Αν, από την άλλη, ο Νετανιάχου καταφέρει να σχηματίσει εκ νέου κυβέρνηση με τη στήριξη της ακροδεξιάς, η δικαστική αναμόρφωση, η επέκταση των εποικισμών και οι πιέσεις για προσάρτηση της Δυτικής Όχθης θα μπορούσαν να επανέλθουν με μεγαλύτερη ένταση.
Μια νέα ισραηλινή κυβέρνηση θα μπορούσε να επιχειρήσει την αποκατάσταση των σχέσεων με τις ευρωπαϊκές χώρες και την αναθέρμανση των διατλαντικών σχέσεων. Ωστόσο, η αλλαγή προσώπων στην κυβέρνηση δεν θα εξαφάνιζε τις διαφωνίες γύρω από τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, το διεθνές δίκαιο και την προοπτική λύσης δύο κρατών.
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το ζήτημα είναι αν θα αξιολογούν το Ισραήλ με βάση τη σύνθεση της κυβέρνησής του ή με βάση τις πολιτικές που εφαρμόζει. Η στάση απέναντι στους εποικισμούς, η προστασία των Παλαιστινίων και η προοπτική πολιτικής λύσης θα παραμείνουν κρίσιμα κριτήρια, ανεξάρτητα από το ποιος θα βρίσκεται στην πρωθυπουργία.
Η Ευρώπη θα πρέπει να διατυπώσει σαφείς όρους για την αποκατάσταση των σχέσεων και να αξιοποιήσει τα πολιτικά και οικονομικά μέσα που διαθέτει, εάν συνεχιστούν η εδαφική επέκταση και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αντίστοιχα, μια επιστροφή στη διπλωματία με τους Παλαιστινίους και τις χώρες της περιοχής θα μπορούσε να δημιουργήσει περιθώρια εξομάλυνσης των σχέσεων.
Η αυταρχική στροφή του Ισραήλ δεν είναι αναπόφευκτο να συνεχιστεί χωρίς αντίσταση. Ωστόσο, η ανατροπή της απαιτεί κάτι περισσότερο από την εκλογική ήττα ενός πρωθυπουργού. Προϋποθέτει αλλαγές στους πολιτικούς συσχετισμούς, στις κυβερνητικές επιλογές και στην αντιμετώπιση της κατοχής και των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων.
Ι.Β.
Διαβάστε επίσης
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.