Washington Post: «Βροχή» αντιδράσεων και ανησυχία για την «επόμενη ημέρα» της εφημερίδας
Η απόλυση περισσότερων από 300 εργαζομένους από τον Τζεφ Μπέζος στην ιστορική εφημερίδα -το ένα τρίτο του δημοσιογραφικού προσωπικού της Washington Post– επανέφερε τους φόβους για την ανθεκτικότητα της αμερικανικής δημοκρατίας να αντέξει τις επιθέσεις του Τραμπ, υπογραμμίζει σε μια εκτενή αναφορά του ο Guardian με αφορμή τις καταλυτικές εξελίξεις των προηγούμενων 24ώρων που προκάλεσαν σοκ παγκοσμίως.
«Δύσκολα νέα» ήταν ο τίτλος στο θέμα του μέιλ και το κείμενο ανέφερε: «Η θέση σας καταργείται στο πλαίσιο των σημερινών οργανωτικών αλλαγών», εξηγώντας ότι ήταν απαραίτητο να την απολύσουν για να ανταποκριθούν στις «εξελισσόμενες ανάγκες της επιχείρησής μας».
Η απάντηση της Τζόνσον ίσως θα μείνει στην ιστορία των αμερικανικών ΜΜΕ. «Μόλις απολύθηκα από την Washington Post εν μέσω εμπόλεμης ζώνης», έγραψε στο X. «Δεν έχω λόγια».
Η Τζόνσον μπορεί να έμεινε άφωνη, όμως πολλοί άλλοι κατάφεραν να αρθρώσουν λόγο. «Είναι μια άσχημη μέρα», είπε ο Ντον Γκράχαμ, γιος της θρυλικής ιδιοκτήτριας της Post κατά την εποχή του Watergate, Κάθριν Γκράχαμ, σπάζοντας τη σιωπή που διατηρούσε από τότε που πούλησε την εφημερίδα στον Μπέζος για 250 εκατομμύρια δολάρια το 2013.
«Είμαι συντετριμμένος», εξέφρασε την οδύνη του ο Μπομπ Γούντγουορντ, ο οποίος με τον Καρλ Μπέρνστιν είχαν αποκαλύψει το περίφημο σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.
«Αυτή είναι μια από τις πιο σκοτεινές μέρες στην ιστορία ενός από τους μεγαλύτερους ειδησεογραφικούς οργανισμούς», δήλωσε ο θρυλικός δημοσιογράφος Μάρτιν Μπάρον, δημοφιλής πρώην διευθυντής της Post (με προηγούμενη θητεία στην Boston Globe η οποία επι των ημερών του αποκάλυψε το σκάνδαλο σεξουαλικών κακοποιήσεων στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας – έρευνα που τιμήθηκε με Πούλιτζερ).
Χωρίς να μασάει τα λόγια του, ο Μπάρον επέκρινε τον Μπέζος για τις «αηδιαστικές προσπάθειές του να κερδίσει την εύνοια του προέδρου Τραμπ», λέγοντας ότι αυτό άφησε ένα ιδιαίτερα «άσχημο στίγμα» στη φήμη της εφημερίδας.
Αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν μπροστά από τα γραφεία της Post την περασμένη Πέμπτη, εκφράζοντας την υποστήριξή τους στους απολυμένους συναδέλφους τους. «Είναι απογοητευτικό σε τεράστια κλίμακα. Δεν φαίνεται να τους νοιάζει καθόλου αυτός ο οργανισμός και οι άνθρωποι που τον κάνουν να λειτουργεί», δήλωσε ο Πάτρικ Νιλσεν, τεχνικός στην εφημερίδα.
Κραυγές απογοήτευσης εκφράστηκαν επίσης από εξέχοντες δημοσιογράφους της WaPo με τους οποίους επικοινώνησε η αγγλική εφημερίδα. Ο Ρόμπερτ Μακάρτνεϊ, με 39 χρόνια εργασίας στην Post έως την συνταξιοδότηση του, πριν από πέντε χρόνια, είπε ότι ήταν «τραγωδία και εξωφρενικό».
Όπως πολλοί από τους εσωτερικούς συντάκτες της Post, ο Μακάρτνεϊ έχει εκπλαγεί από την έντονη αντίθεση μεταξύ του τρόπου με τον οποίο ο Μπέζος χειρίστηκε την εφημερίδα κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ και της συμπεριφοράς του τώρα, στην εποχή Trump 2.0.
Ο Μακάρτνεϊ, ήταν αρθρογράφος της εφημερίδας κατά τα πρώτα οκτώ χρόνια της ιδιοκτησίας του Μπέζος, κατά τη διάρκεια της πρώτης προεδρίας του Τραμπ. Τότε, όπως και πολλοί άλλοι, ήταν ευγνώμων για το νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς, υπο τον Μπέζος. «Τον βλέπαμε ως σωτήρα. Έβαλε χρήματα στην Post, δεν παρενέβαινε στη δουλειά μας και αντιστάθηκε στον Τραμπ», είπε.
Το 2017, λίγο μετά την πρώτη ορκωμοσία του Τραμπ, η Post παρουσίασε το νέο της σλόγκαν: «Η δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι».
Το σλόγκαν παραμένει κάτω από τoν τίτλο της εφημερίδας πλέον τίποτα δεν είναι ίδιο.
Ο Μάρκους Μπράουλι, διευθυντής σύνταξης μέχρι το 2012 και νυν διευθυντής μιας μικρής εταιρείας που επενδύει σε ευκαιρίες στον τομέα των ψηφιακών ΜΜΕ σε αναδυόμενες αγορές, περίγραψε τη συγκυρία ως τη χειρότερη στιγμή για να πληγεί ένας από τους κορυφαίους θεματοφύλακες δημόσιας λογοδοσίας των ΗΠΑ.
Οι απολύσεις δεν έγιναν για οικονομικούς λόγους, δεδομένου ότι ο Τζεφ Μπέζος είναι ο τέταρτος πλουσιότερος άνθρωπος του πλανήτη, σύμφωνα με το Forbes, με περιουσία 245 δισ. δολαρίων.
Με απτό τρόπο ο Πιτ Μπέικερ, επικεφαλής διαπιστευμένων συντακτών των New York Times στον Λευκό Οίκο, αφήνει να εννοηθούν οι βαθύτεροι λόγοι. Ο Μπέζος, είπε ο Μπέικερ, θα μπορούσε να καλύψει ζημιές πενταετίας της WaPo, ύψους 100 εκατ. δολαρίων με… τα κέρδη μιας μόνον εβδομάδας.
Ο Μπέζος ήταν άφαντος την ημέρα που «έπεφταν κεφάλια» στην εφημερίδα του. Όμως μια βδομάδα νωρίτερα, υποδέχθηκε ευδιάθετος, όπως περιγράφει ο Guardian, τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ στην έδρα της διαστημικής εταιρείας του την Oracle στην Φλόριντα.
Ανάλογη ήταν και η στάση του Γουίλ Λιούις, συμβούλου του Μπέζος και εκδότη της Post, όταν ανακοινώνοντας οι απολύσεις. Μια ημέρα έπειτα από την κατάργηση του αθλητικού τμήματος της εφημερίδας, τον είδαν στο «κόκκινο χαλί» εκδήλωσης για το Super Bowl του NFL στο Σαν Φρανσίσκο.
Οι απολύσεις ανακοινώθηκαν μόλις πέντε ημέρες μετά την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ «Melania», για την πρώτη κυρία των ΗΠΑ, που χρηματοδοτήθηκε από την Amazon MGM Studios. Ο Μπέζος επένδυσε 75 εκατ. δολάρια σε αυτό το -κατά τον Guardian- «επιχρυσωμένο σκουπίδι», αλλά, σε αντίθεση με την Post, δεν φαίνεται να τον απασχολεί η πενιχρή απόδοση της επένδυσης.
«Αυτό που έκανε ο Μπέζος για τη Μελάνια, ενώ καταστρέφει τη δική του εφημερίδα», έγραψε ο ιστορικός Σάιμον Σάμα, θα θεωρηθεί «ως το πιο κραυγαλέο σύμπτωμα της πολιτιστικής κατάρρευσης σε μια δημοκρατία που κρέμεται από μια κλωστή».
Διαβάστε επίσης:
Γιώργος Μάρκου: Πέθανε ο γενικός διευθυντής του MAD σε ηλικία 58 ετών
YouTube: Αύξηση 9% στα διαφημιστικά έσοδα το 2025 – Ο «πόλεμος» με το Netflix μαίνεται