Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Την τρέχουσα εβδομάδα δύο ελληνικές ταινίες κάνουν την εμφάνισή τους, προσπαθώντας ν’ αποδείξουν, το καθένα με τον δικό του τρόπο, ότι το εγχώριο σινεμά διαθέτει δυνατότητες αξιοπρεπούς δημιουργίας.
Από τη μια, ένα φιλμ βασισμένο πάνω στην τραγική ιστορία της οδού Νιόβης, με πρωταγωνιστή τον Σορίν Ματέι και τη μοιραία χειροβομβίδα του. Τίτλος του «Τελευταία κλήση». Δύσκολο εγχείρημα, επιτυχημένο, εντέλει. Τελείως διαφορετικό το ύφος και το πνεύμα του «Volume 7», το οποίο προσπαθεί να αγγίξει τον κόσμο της επιστημονικής φαντασίας, ένα ακόμη πιο δύσκολο εγχείρημα. Όπως και να το κάνουμε, ανοίγει έναν δρόμο…
Τίτλος ταινίας: «Τελευταία κλήση»
Σύνοψη: Η διαβόητη ιστορία της έκρηξης στην οδό Νιόβης, με τη χειροβομβίδα στα χέρια του Σορίν Ματέι, γίνεται κινηματογραφική ταινία, κρατώντας ένα μεγάλο μέρος από τα πραγματικά περιστατικά. Παράλληλα αναπτύσσονται χαρακτήρες, που δημιουργούν με τον δικό τους τρόπο ένα παράλληλο παρασκήνιο.
Σκηνοθεσία: Sherif Francis
Παίζουν: Ορφέας Αυγουστίδης, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργος Μπένος, Ρένια Λουϊζίδου, Ερρίκος Λίτσης
Τρέφοντας ιδιαίτερη αγάπη προς τον ελληνικό κινηματογράφο, δεν μπορεί παρά να υποδεχθούμε την «Τελευταία κλήση» με ιδιαίτερη χαρά, καθώς ασκείται σ’ ένα δύσκολο πεδίο. Πατώντας πάνω στην πραγματική ιστορία της οδού Νιόβης και του Σορίν Ματέι, θέλει να εξελιχθεί σ’ ένα αστυνομικό θρίλερ, στο οποίο να αγωνιάς για την κατάληξη, ακόμη κι αν τη γνωρίζεις. Αυτό δηλώνει ως πρόθεση ο Ελληνοαιγύπτιος σκηνοθέτης Sherif Francis και θεωρούμε ότι το φέρνει εις πέρας με επιτυχία.

Ξεκινώντας επιθετικά την αφήγηση, χωρίς πρόλογο και εισαγωγή, δοκιμάζει να εντείνει τους καρδιακούς παλμούς από την πρώτη στιγμή, χωρίς ν’ αφήσει περιθώρια για πλήξη του θεατή. Παράλληλα με την ομηρία των κατοίκων μιας μεσοαστικής κατοικίας, από έναν κακοποιό, με μια χειροβομβίδα στο χέρι, ο οποίος βαφτίζεται Ράντου, εξελίσσονται μικρά θρίλερ στο παρασκήνιο. Ένας νεαρός παρουσιαστής φέρνει σε σύνδεση τον κακοποιό με το τηλεοπτικό κοινό, «καταπίνοντας» έναν σταρ της τηλεοπτικής δημοσιογραφίας. Ένας «περιθωριακός» αστυνομικός κόντρα στους ανεπαρκείς προϊστάμενούς του, να τον «καταπίνει», τελικά, το σκοτάδι, το οποίο με ιδιαίτερη ακρίβεια κτίζει ο Francis. Για να πλάσεις μια ατμόσφαιρα σχεδόν νουάρ θρίλερ, απαιτείται γνώση στους φωτισμούς και στη διάπλαση ενός διαρκούς ημίφωτος. Είναι μια αντανάκλαση του εσωτερικού κόσμου των πρωταγωνιστών, καθώς όλοι κινούνται σε ένα ψυχολογικά τεντωμένο σχοινί. Βαδίζουν επάνω του, προσπαθώντας να βρουν μια άκρη, να το μετατρέψουν σε νήμα επικοινωνίας. Το τηλέφωνο παίζει αυτόν τον ρόλο, εξού και ο τίτλος, «Τελευταία κλήση». Ο Ράντου προσπαθεί να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον έξω κόσμο, η δημοσιογράφος με την «εγκαταλελειμένη», λόγω δουλειάς, κόρη της, οι αστυνομικοί να βρουν άκρη μεταξύ τους. Δυστυχώς γι’ αυτούς, τα καλώδια είναι από καιρό κομμένα.
Όλα τα παραπάνω τοποθετούνται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με σκοπό να αποκτήσει τη δική της ένταση η οικογενειακότητα, να αναδειχθεί η δραματική μοναξιά όλων αυτών των ατόμων. Η διαρκής βροχή επιτείνει το νουάρ κλίμα του φιλμ, κάνοντας τους πρωταγωνιστές να φαντάζουν απομονωμένοι, εν μέσω πλήθους. Ίσως αυτή η ατμόσφαιρα ενός ιδιότυπου θρίλερ να αποτελεί και το σημαντικότερο επίτευγμα του σκηνοθέτη, στην προσπάθειά του να βάλει την αφήγηση σε ένα δικό της κανάλι, αφήνοντας πίσω τις τόσες πραγματολογικές αναλογίες -τις οποίες τηρεί με σεβασμό η ταινία. Δίπλα στα περιστατικά, ο κινηματογράφος δίνει την ευκαιρία στον Francis να οικοδομήσει τους χαρακτήρες με τη δική του αντίληψη, ώστε να αποδοθεί η ατμόσφαιρα των αντιθέσεών τους.

Είναι το πιο δύσκολο σημείο της αναμέτρησης: να ξεκολλήσεις διακριτικά τη δημιουργία από το βαρίδιο των άκρως γνωστών γεγονότων, προς τα οποία τρέχει αναπόφευκτα, συνεχώς, η μνήμη του θεατή. Τελικά, το σινεμά νικάει την τηλεόραση, προσθέτοντας τον δικό του χρωματισμό στα όσα μεταδίδονταν ζωντανά εκείνες τις ημέρες. Η μόνη στραβή πινελιά, ίσως να είναι αυτή του «μεγαλοδημοσιογράφου» και του ρόλου του, ο οποίος στάζει εκδικητικότητα και κακία, σε δόσεις πάνω από το κινηματογραφικά επιτρεπτό. Ο ρόλος μένει και σεναριακά αδιάπλαστος, στο κατά τα άλλα πολύ καλό σενάριο, με τη συνυπογραφή της Κατερίνας Μπέη.

Θα ήταν ανέφικτη όλη αυτή η προσπάθεια, εάν δεν υπήρχε μια εξαιρετική καθοδήγηση των ηθοποιών, ώστε να αποτυπώσουν με φυσικότητα τις εναλλαγές της διάθεσής τους και να μην προδίδουν την απαίτηση να «μοιάζουν αληθινοί». Καλύτερη περίπτωση, αλλά και κινηματογράφηση, αυτή του Ράντου-Ορφέα Αυγουστίδη, καθώς κάνει ένα σώμα σε διαρκή συστροφή να φαντάζει πλαστικό και σκοτεινό ταυτόχρονα. Άλλο τόσο επιτυχημένα αποτυπώνονται η θλίψη στο πρόσωπο της Μαρίας Ναυλιώτου, αλλά και η περσόνα του μοναχικού αστυνομικού, σαν ντετέκτιβ παλιού, γαλλικού φιλμ νουάρ. Αυτός που αποσύρεται από τη μάχη, σαν ηθοποιός «που αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται», όπως θα το περιέγραφε κι ο Καβάφης. Η μοναξιά είναι αυτή που τελικά συνδέει αυτές τις τρεις φιγούρες. Κανείς τους δεν είναι με τη μεριά των νικητών…
Αξιολόγηση: ***
Τίτλος ταινίας: «Volume 7»
Σύνοψη: Ένας άνδρας επανέρχεται συνεχώς ως νέος, επηρεάζοντας τη ζωή μια ηλικιωμένης γυναίκας, για να διαπλάσουν από κοινού ένα μέλλον, που μοιάζει να το έχουν ζήσει.
Σκηνοθεσία: Πάνος Παπάς, Δέσποινα Χαραλάμπους
Παίζουν: Στέλλα Φυρογένη, Κωστής Μπουντάς, Κρίστελ Καπερώνη
Τον τίτλο της κριτικής τον δανειζόμαστε από το ίδιο το μότο του «Volume 7», καθώς θεωρούμε ότι αποδίδει άψογα το κεντρικό νόημα του φιλμ, μια προσπάθεια μετα-επιστημονικής φαντασίας. Ερμηνεύοντας το νεολογισμό, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια δημιουργία με πρόθεση να φέρει στον κόσμο του μέλλοντος έννοιες αρχετυπικές, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν καμία εξέλιξη. «Θεός», «ζωή», «θάνατος», «ελπίδα» και άλλες συγγενείς έννοιες, δέχονται τους ευφυέστατους -σχεδόν σοφούς – ορισμούς του σεναρίου, στην αρχή κάθε άτυπου σκετς. Με αυτούς τους ορισμούς, τίθενται και τα όρια του κάθε επεισοδίου, με τη μορφή ημι-αυτόνομης αφήγησης.

Ωστόσο, όλα μαζί συνδέονται από τις περσόνες ενός «διαρκώς» νεαρού και μιας ηλικιωμένης γυναίκας, οι οποίες θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ένα αρχέγονο ζευγάρι. Προορισμός τους το μέλλον, μπλεγμένο πάντοτε με το παρόν, αφού το τελευταίο διαρκώς ακυρώνεται και μετατοπίζεται ως χρονικό στίγμα. Αυτό το σεναριακό τέχνασμα (η Δέσποινα Χαραλάμπους, συσκηνοθέτης μαζί με τον Πάνο Παπά, υπογράφει και το σενάριο) δίνει το δικαίωμα της υλοποίησης ενός φιλμ μελλοντολογίας σε χρόνο ενεστώτα.
Πρόκειται για μια ντρίπλα, η οποία αφενός συσχετίζει τα όσα θα απασχολούσαν ένα έργο επιστημονικής φαντασίας, με ένα αναγνωρίσιμο παρόν, αφετέρου μειώνει τις οικονομικές απαιτήσεις των γυρισμάτων. Δύσκολο εγχείρημα η επιστημονική φαντασία εν Ελλάδι. Κι ενώ οι σκηνοθέτες αποδεικνύουν τη δυνατότητά τους να αγγίξουν τη βίντεο αρτ, χρησιμοποιώντας ένα «γκόθικ» ασπρόμαυρο, οι ηθοποιοί αδυνατούν να τους παρακολουθήσουν.

Με εξαίρεση τη Στέλλα Φυρογένη (βοηθάει και το «σκοτεινό» φιζίκ της), η δραματοποίηση των υπολοίπων σκηνών σκοντάφτει στην ερμηνευτική ανεπάρκεια. Ωστόσο, κρατούμε την οπτική απόλαυση των εικόνων που μας χαρίζονται, αφήνοντας στην άκρη την πλοκή, κρυμμένη πολλές φορές κάτω από την έντονη πειραματική διάθεση των δημιουργών. Σινεμά που ψάχνει, ψάχνεται, γοητεύει και μπερδεύει, ταυτόχρονα.

Αξιολόγηση: **1/2
Διαβάστε επίσης:
Oscars 2026: Πτώση 9% στην τηλεθέαση με 17,86 εκατομμύρια τηλεθεατές – Η χαμηλότερη από το 2022 (video)
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.