Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Για πρώτη φορά μετά την κρίση των S-400, η Αθήνα βλέπει να διαμορφώνεται μπροστά της ένα σενάριο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε εξαιρετικά απίθανο: την επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η δήλωση του Αμερικανού Προέδρου ότι προτίθεται να εγκρίνει την πώληση κινητήρων GE F110 για το τουρκικό μαχητικό KAAN δεν αφορά απλώς ένα αεροπορικό πρόγραμμα. Ούτε πρόκειται αποκλειστικά για μια εμπορική συμφωνία 700 εκατ. ευρώ, όπως χαρακτηρίζουν όσοι λένε ότι ο Τραμπ κινείται μόνο στο πλαίσιο των business.

Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να σηματοδοτεί κάτι πολύ σημαντικότερο: την αρχή της σταδιακής επιστροφής της Άγκυρας στον σκληρό πυρήνα της δυτικής στρατηγικής αρχιτεκτονικής, ενδεχομένως, δε και με το «άνοιγμα» μιας πιθανής αγοράς F-35 από την Τουρκία (περιλαμβάνεται στο κουβαδάκι των δώρων του Τραμπ προς τον Σουλτάνο για την επερχόμενη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα), έστω κι αν αυτή, ακόμη και αν εγκριθεί θα καθυστερήσει σε παραλαβές κατά μία πενταετία απ΄ τα αντίστοιχα ελληνικά.
Επί αρκετά χρόνια η ελληνική στρατηγική σκέψη βασίστηκε στην παραδοχή ότι η αγορά των ρωσικών S-400 είχε δημιουργήσει μια σχεδόν μόνιμη ρήξη ανάμεσα στην Τουρκία και την Ουάσιγκτον. Η αποβολή από το πρόγραμμα των F-35 (που σημειωτέον είχε παραγγείλει 100 αεροσκάφη με συμπαραγωγή), οι κυρώσεις CAATSA και η ψυχρότητα στις σχέσεις με το Κογκρέσο θεωρήθηκαν στοιχεία μιας νέας ισορροπίας, η οποία παρείχε στην Ελλάδα ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα. Και εν γένει μια στρατηγική «άνεση»
Σήμερα, όμως, οι εξελίξεις δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον δεν είναι διατεθειμένη να διατηρήσει επ’ αόριστον την Τουρκία εκτός του δυτικού αμυντικού οικοσυστήματος. Και η Άγκυρα, από την πλευρά της, φαίνεται να αναζητεί έναν τρόπο να αφήσει πίσω της το βάρος των S-400, επιδιώκοντας μια νέα στρατηγική συνεννόηση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι τελευταίες επισκέψεις Τούρκων αξιωματούχων στην Ρωσία, δείχνουν ακριβώς αυτό.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν το KAAN θα πετάξει, ή αν θα πάρει αμερικανικούς κινητήρες για κάποιες δοκιμές. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Τουρκία επιστρέφει στην Ουάσιγκτον. Και εάν αυτό συμβαίνει, πώς οφείλει να απαντήσει η Ελλάδα.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Για αρκετά χρόνια στην Ελλάδα είχε παγιωθεί η αίσθηση ότι η Τουρκία είχε μετατραπεί σε έναν προβληματικό σύμμαχο των ΗΠΑ (εκτός από τους S-400 να προσθέσουμε και τη Συρία), ο οποίος δύσκολα θα μπορούσε να αποκαταστήσει τη στρατηγική του σχέση με την Ουάσιγκτον. Η πραγματικότητα, ωστόσο, φαίνεται να αλλάζει.
Η δήλωση του Προέδρου Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προτίθενται να εγκρίνουν την πώληση κινητήρων GE F110 για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική ή εμπορική απόφαση. Το μαχητικό αυτό, όπως θα εξηγήσουμε, ίσως να μην πετάξει και ποτέ. Όμως σε κάθε περίπτωση, η ανακοίνωσή τους λίγο πριν την επίσκεψη Τραμπ στην Άγκυρα για τη σύνοδο του ΝΑΤΟ, σηματοδοτεί μια σημαντική πολιτική ενέργεια. Και αυτή ακριβώς η εξέλιξη οφείλει να προβληματίσει σοβαρά την Αθήνα.

Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα επικεντρώνεται συχνά στο ίδιο το αεροσκάφος. Πότε θα πετάξει. Πότε θα γίνει επιχειρησιακό. Αν θα είναι καλύτερο ή χειρότερο από το F-35. Αν θα αποκτήσει πραγματικά χαρακτηριστικά stealth. Αυτά ασφαλώς έχουν σημασία. Όμως η σημερινή πραγματικότητα, δεν θα έπρεπε να κινείται ως προς αυτό. Οι Τούρκοι έχουν κατασκευάσει δύο πρωτότυπα, με δανεικούς κινητήρες από F-16 (άλλωστε και οι GE F110 είναι ακριβώς, οι ίδιοι, τεχνολογίας του 80) και μέχρι σήμερα η τουρκική αμυντική βιομηχανία δεν έχει καμία λύση για το ποια θα είναι η ηλεκτρονική suite του αεροσκάφους. Δηλαδή το ραντάρ, τα ηλεκτρονικά υποσυστήματα και τα συστήματα εξαπόλυσης όπλων. Ποσω δε μάλλον τα χαρακτηριστικά stealth που αν και αναγράφουν το ρωσικό Su-57 Felon, κατά τους ειδικούς, αποτελούν απλώς απεικόνιση, παρά ουσία. Αυτά είναι τα καλά νέα…
Τα «κακά νέα» είναι ότι πριν 15 χρόνια η Αθήνα έλεγε τα ίδια και για το πρόγραμμα κορβετών MILGEM. Μπορεί τελικά να άργησε αρκετά χρόνια, αλλά σήμερα παράγει πλοία με ιδιαίτερα αξιόλογες δυνατότητες τις οποίες προ ημερών διαφήμισε ο πρόεδρος Ερντογάν, εστιάζοντας και σε εξαγωγική δραστηριότητα.
Εδώ λοιπόν προκύπτουν δύο κεντρικά ζητήματα. Το πρώτο: ίσως το μεγαλύτερο στρατηγικό γεγονός να μην είναι το KAAN καθαυτό. Με τους σημερινούς συσχετισμούς θα μας απασχολήσει μετά από δέκα χρόνια. Το δεύτερο και σημαντικότερο γεγονός είναι ότι η Ουάσιγκτον δείχνει πλέον ότι δεν επιθυμεί να κρατήσει την Τουρκία εκτός του δυτικού αμυντικού οικοσυστήματος.
Για πρώτη φορά μετά την κρίση των S-400, η αμερικανική πολιτική ηγεσία φαίνεται διατεθειμένη να επαναφέρει την Τουρκία σε ένα πλαίσιο στρατηγικής συνεργασίας, αναγνωρίζοντας ότι η γεωπολιτική βαρύτητα της χώρας παραμένει μεγάλη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η Μέση Ανατολή, η Μαύρη Θάλασσα, η Συρία και ο Καύκασος καθιστούν ξανά την Άγκυρα έναν παίκτη που η Ουάσιγκτον δύσκολα μπορεί να αγνοήσει.
Οι κινητήρες F110 δεν αποτελούν απλώς εξαρτήματα για ένα μαχητικό αεροσκάφος. Αποτελούν πολιτικό μήνυμα, το οποίο η Τουρκία δείχνει καταφανώς ότι επιθυμεί να διευθετήσει με κάποιο τρόπο, χωρίς να χαλάσει τη σχέση της με τη Μόσχα. Η συζήτηση δεν αφορά απαραίτητα την άμεση καταστροφή ή επιστροφή τους στη Ρωσία. Αντίθετα, εμφανίζονται σενάρια περιορισμένης ενεργοποίησης, αποθήκευσης, μεταφοράς σε τρίτη χώρα ή ακόμη και δημιουργίας ενός μοντέλου «μη επιχειρησιακής διατήρησης» που θα επέτρεπε στην αμερικανική πλευρά να αποδεχθεί μια πολιτική λύση.

Η Ελλάδα είχε βρεθεί σε παρόμοια θέση τη δεκαετία του 1990 με τους κυπριακούς S-300. Η κρίση αντιμετωπίστηκε με τη μεταφορά τους στην Κρήτη, επιτρέποντας την εκτόνωση μιας σοβαρής γεωπολιτικής αντιπαράθεσης χωρίς απώλεια κύρους για καμία πλευρά. Η Τουρκία ίσως επιχειρεί σήμερα να βρει τη δική της εκδοχή μιας τέτοιας λύσης.
Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο διάστημα οι δηλώσεις περί στρατηγικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ έχουν πολλαπλασιαστεί, ενώ παράλληλα η Άγκυρα προβάλλει ολοένα και περισσότερο τον ρόλο της ως κρίσιμου συμμάχου του ΝΑΤΟ. Το μήνυμα είναι σαφές: η Τουρκία επιθυμεί να επανέλθει στο δυτικό στρατηγικό πλαίσιο χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί πολιτικά.
Σε αυτό το περιβάλλον, το KAAN αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το αεροσκάφος μπορεί να είναι ένα πρωτότυπο, αλλά ΄πως διαφαίνεται θα αποκτήσει κατ’ αρχήν κινητήρες. Κυρίως, όμως, αποτελεί το σύμβολο μιας χώρας που επιδιώκει στρατηγική αυτονομία. Οι κινητήρες F 110 επιτρέπουν στην Τουρκία να προχωρήσει στην ανάπτυξη του αεροσκάφους. Χωρίς αυτούς, το πρόγραμμα θα αντιμετώπιζε πολυετείς καθυστερήσεις. Με αυτούς, το KAAN αποκτά προοπτική παραγωγής και σταδιακής επιχειρησιακής ωρίμανσης. Όπως συνεβη και με τις κορβέτες του MILGEM.
Από την άλλη πλευρά, αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία αποκτά άμεσα ένα επιχειρησιακό μαχητικό πέμπτης γενιάς, εφόσον αποκτήσει τους παλαιούς κινητήρες F110 που δεν έχουν την παραμικρλη σύγκριση με τους F 135 των F 35. Το KAAN βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης. Οι αισθητήρες, το λογισμικό, η ολοκλήρωση οπλικών συστημάτων και οι δοκιμές χαμηλής παρατηρησιμότητας απαιτούν χρόνια εργασίας. Οι περισσότεροι διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι ουσιαστική επιχειρησιακή ικανότητα δύσκολα θα υπάρξει πριν από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.
Από επιχειρησιακής πλευράς, η Ελλάδα διατηρεί σημαντικά πλεονεκτήματα. Τα Rafale, τα F-16 Viper και η επικείμενη ένταξη των F-35 προσφέρουν στην Πολεμική Αεροπορία μια ιδιαίτερα ισχυρή θέση για τα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη πρόκληση ίσως να μην είναι αεροπορική, αλλά γεωπολιτική. Για αρκετό διάστημα η Ελλάδα επένδυσε στρατηγικά στην επιδείνωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, θεωρώντας ότι αυτή η απόσταση δημιουργούσε ένα μόνιμο πλεονέκτημα υπέρ της Αθήνας. Σήμερα, όμως, οι εξελίξεις δείχνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν σταδιακά την επαναπροσέγγιση με την Τουρκία. Και Η αμερικανική πολιτική δεν λειτουργεί με όρους συναισθηματικής προτίμησης. Λειτουργεί με όρους συμφερόντων και εν γένει ίσως αποστάσεων. Οι γνώστες των αεροπορικών, ίσως θυμούνται ότι η Ελλάδα απέκτησε πρώτη τα μαχητικά F-4 στη δεκαετία του’70 έναντι της Τουρκίας. Το αντίστροφο συνέβη με τα F-16 στη δεκαετία του ’80. Τώρα, η Ελλάδα θα προμηθευτεί νωρίτερα τα F-35.

Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν χάνει τη στρατηγική της αξία. Αντιθέτως, η ελληνοαμερικανική συνεργασία παραμείνει ως έχει ίσως θα βρεθεί σε προπόρευα. . Ωστόσο, η Αθήνα οφείλει να κατανοήσει ότι το στρατηγικό πλεονέκτημα που αποκόμισε την περίοδο της κρίσης των S-400 δεν αποτελεί μόνιμη κατάσταση. Το παράθυρο υπεροχής που διαθέτει σήμερα η Πολεμική Αεροπορία με τα Rafale, τα Viper και τα μελλοντικά F-35 είναι εξαιρετικά σημαντικό. Αλλά τα παράθυρα ευκαιρίας στην ιστορία δεν παραμένουν ανοιχτά για πάντα.
Η Τουρκία των 85 εκατομμυρίων κατοίκων, της Μαύρης Θάλασσας, της Μέσης Ανατολής και του Καυκάσου παραμένει ένας παίκτης που δύσκολα μπορεί να παραμεριστεί. Επομένως και το KAAN για τουλάχιστον δέκα χρόνια δεν θ είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος για την Ελλάδα. Θα μπορούσε όμως να αποτελέσει μια σοβαρή επιχειρησιακή πρόκληση μετά το 2035, εφόσον η Τουρκία καταφέρει να ολοκληρώσει το πρόγραμμα, να ενσωματώσει προηγμένους αισθητήρες και να αναπτύξει επαρκείς αριθμούς αεροσκαφών. Οπότε και το ζητούμενο είναι εάν η Ουάσιγκτον των προσεχών ετών θα την βοηθήσει σε αυτό…
Διαβάστε επίσης:
Μαρινάκης για Τσίπρα: Αγνοεί τους δημοσιονομικούς κανόνες που ισχύουν για όλες τις χώρες της ΕΕ
Ο Αβραμόπουλος προσφεύγει στον Άρειο Πάγο: Ζητά να ακυρωθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα
Διάσκεψη των Προέδρων: Προτείνει τον Ευάγγελο Μπακέλα για τη θέση του νέου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.