Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΣτην Ελλάδα συνηθίζουμε να αξιολογούμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μέσα από το πρίσμα της καθημερινής έντασης. Μια νέα NAVTEX, μια υπερπτήση, μια δήλωση του Ταγίπ Ερντογάν ή μια ακόμη διπλωματική αντιπαράθεση γίνονται συχνά η αφετηρία της δημόσιας συζήτησης. Ωστόσο, η ιστορία διδάσκει ότι οι μεγάλες στρατηγικές μεταβολές δεν ξεκινούν από τέτοιου είδους γεγονότα. Ξεκινούν από βαθύτερες αλλαγές στην αρχιτεκτονική της ασφάλειας, οι οποίες στην αρχή περνούν σχεδόν απαρατήρητες. Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει σήμερα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα μετά τη σύνοδο της Άγκυρας.
Η συζήτηση γύρω από την ενίσχυση των συμμαχικών δομών διοίκησης στην Τουρκία (με 2 νέα στρατηγεία) , η αυξανόμενη σημασία της χώρας στον σχεδιασμό της Συμμαχίας μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, η προσπάθεια θεσμικής παγίωσης της «Γαλάζιας Πατρίδας» και η σταδιακή επαναπροσέγγιση Ουάσιγκτον και Άγκυρας συνιστούν τέσσερις παράλληλες εξελίξεις. Δεν αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου σχεδίου.
Όμως το αθροιστικό τους αποτέλεσμα μπορεί να επηρεάσει βαθιά το στρατηγικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθεί η Ελλάδα την επόμενη δεκαετία. Και προφανώς είναι πιο σημαντικά από των αγορά των F-35 που αργά ή γρήγορα θα αγοράσει η Τουρκία. Ας μην ξεχνάμε ότι μάλλον είναι από τους τελευταίoυς σύμμαχους των ΗΠΑ που θα προβεί σε τέτοια αγορά, (εάν) λόγων των νομοθεσιών CAATSA.

Όμως, το πρόβλημα δεν ήταν εξαρχής (και προφανώς πλέον δεν είναι καθόλου) τα F-35. Ιδιαίτερα δε, αφού η κυβέρνηση Τραμπ «βλέπει» να εκχωρήσει τα πρώτα 6-7 προπληρωμένα αεροσκάφη, από τα 100 που είχε αρχικά συμφωνήσει, για να κάνει ένα «μικρό χατίρι» στον Σουλτάνο. Οι γνωρίζοντες επιβεβαιώνουν ότι και η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει στο πρόγραμμα, νωρίτερα από την Τουρκία, αλλά για λόγους που φέρουν ευθύνες των δύο κυβερνήσεων της περασμένης δεκαετίας δεν το έκανε…
Ας επιστρέψουμε στα Νατοϊκά. Μετά το 2022, το ΝΑΤΟ αναγκάστηκε να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές του. Η Μαύρη Θάλασσα επανήλθε στο επίκεντρο της στρατηγικής σκέψης. Η Ρωσία μετατράπηκε εκ νέου στον κύριο αντίπαλο της Συμμαχίας. Η Μέση Ανατολή παρέμεινε ασταθής. Οι ενεργειακές διαδρομές του Νοτίου Καυκάσου απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία, ενώ η Ανατολική Μεσόγειος εξελίχθηκε σε κρίσιμο κόμβο μεταφορών, ενέργειας και ασφάλειας.
Σε αυτή τη νέα γεωγραφία, η Τουρκία βρίσκεται στο μοναδικό σημείο όπου τέμνονται όλες οι παραπάνω περιοχές. Δεν είναι τυχαίο ότι αναλυτές όπως ο Ian Lesser, ο Steven Cook, ο Dimitar Bechev και ο Sinan Ülgen συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η γεωγραφία εξακολουθεί να καθιστά την Τουρκία αναντικατάστατο παράγοντα για τη δυτική στρατηγική, ακόμη και όταν υπάρχουν σοβαρές πολιτικές διαφωνίες με την εκάστοτε τουρκική ηγεσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Δύση συμφωνεί με την Τουρκία. Σημαίνει όμως ότι δυσκολεύεται να σχεδιάσει χωρίς αυτήν.

Στην κοινή γνώμη, η έννοια του στρατηγείου παραπέμπει συχνά σε ένα κτίριο ή σε μια στρατιωτική εγκατάσταση. Στην πραγματικότητα, ένα σύγχρονο στρατηγείο του ΝΑΤΟ είναι ένα οικοσύστημα διοίκησης, συντονισμού και επιρροής. Εκεί σχεδιάζονται ασκήσεις, αναπτύσσονται επιχειρησιακά δόγματα, οργανώνονται μετακινήσεις δυνάμεων, συντονίζονται πληροφορίες, δοκιμάζονται νέα συστήματα και διαμορφώνονται σχέσεις μεταξύ στρατιωτικών από δεκάδες χώρες.
Με αυτή την έννοια, η ενίσχυση της παρουσίας συμμαχικών επιτελείων στην Τουρκία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όχι επειδή μεταφέρει κυριαρχικά δικαιώματα ή πολιτική εξουσία στην Άγκυρα, αλλά επειδή καθιστά την Τουρκία καθημερινό σημείο αναφοράς για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της Συμμαχίας.
Από ελληνικής πλευράς, το ενδιαφέρον δεν αφορά το τι θα αποφασίζει ένα στρατηγείο. Αφορά το γεγονός ότι η Τουρκία μετατρέπεται σταδιακά σε κόμβο μέσω του οποίου περνούν άνθρωποι, διαδικασίες, πληροφορίες και επιχειρησιακές σχέσεις. Στον κόσμο της στρατηγικής, αυτή η μορφή επιρροής είναι συχνά πιο σημαντική από τις επίσημες αρμοδιότητες.
Ειδικά η Κωνσταντινούπολη, εφόσον εξελιχθεί σε ακόμη σημαντικότερο κόμβο διοίκησης, μπορεί να λειτουργήσει ως το φυσικό σημείο διασύνδεσης μεταξύ της Ευρώπης, της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολικής Μεσογείου. Εκεί μπορούν να συντονίζονται θαλάσσιες επιχειρήσεις, να αναπτύσσονται μηχανισμοί θαλάσσιας επιτήρησης, να οργανώνονται πολυεθνικά επιτελεία και να ενισχύεται η συνεργασία μεταξύ των ναυτικών δυνάμεων της Συμμαχίας.

Αντίστοιχα, τα Άδανα βρίσκονται σε μια περιοχή που συνορεύει ουσιαστικά με όλα τα μεγάλα μέτωπα της νοτιοανατολικής περιφέρειας του ΝΑΤΟ. Συρία, Ιράκ, Ανατολική Μεσόγειος και Μέση Ανατολή συνδέονται επιχειρησιακά με την περιοχή αυτή. Από εκεί μπορούν να σχεδιάζονται αεροπορικές επιχειρήσεις, αποστολές αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, ειδικές επιχειρήσεις, ανθρωπιστικές αποστολές και σχέδια αντιμετώπισης περιφερειακών κρίσεων. Από στρατιωτικής πλευράς, πρόκειται για μια γεωγραφική θέση εξαιρετικά δύσκολο να αντικατασταθεί.
Ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στο ΝΑΤΟ, η Τουρκία φαίνεται να επιχειρεί μια δεύτερη στρατηγική μεταβολή: τη θεσμική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας». Μέχρι σήμερα, η Mavi Vatan λειτουργούσε κυρίως ως δόγμα, ως στρατηγική αφήγηση και ως πολιτικό εργαλείο. Εάν όμως μετατραπεί σε μόνιμο πλαίσιο δημόσιας πολιτικής, τότε παύει να είναι απλώς μια ιδέα. Μετατρέπεται σε θεσμό. Η διαφορά είναι κρίσιμη.Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Τα δόγματα εξελίσσονται. Οι θεσμοί όμως αποκτούν διάρκεια. Επηρεάζουν την εκπαίδευση, τη δημόσια διοίκηση, τον χωροταξικό σχεδιασμό, την ενεργειακή πολιτική, τις λιμενικές υποδομές, τις ερευνητικές δραστηριότητες και τελικά τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του.
Για την Ελλάδα, το σημαντικό δεν είναι αν συμφωνεί ή διαφωνεί με τη συγκεκριμένη αντίληψη. Το σημαντικό είναι να κατανοήσει ότι η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει μια στρατηγική θεωρία σε μόνιμο μηχανισμό κρατικής λειτουργίας.

Η τέταρτη παράμετρος αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ουάσιγκτον δεν δείχνει πλέον διατεθειμένη να αντιμετωπίζει την Τουρκία ως χώρα που μπορεί να παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα στο περιθώριο της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Οι συζητήσεις για τη συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, η πιθανή παροχή κρίσιμων τεχνολογιών για το πρόγραμμα των αεροσκαφών KAAN (με την παροχή των κινητήρων F-110) και η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας δείχνουν μια σταδιακή επαναξιολόγηση της σχέσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι προφανώς καταλυτική η κίνηση της Άγκυρας να… «ξεφορτωθεί» (πουλώντας τους στο Κατάρ) τους ρωσικούς αντιαεροπορικούς S-400, κάτι που θέτει σε άμεση εξέλιξη τον απεγκλωβισμό του θέματος από τον νομικό κυκεώνα και τους περιορισμούς των ΗΠΑ. Θα θυμάστε ότι το pontiki.gr. έγραψε προ ημερών για τις αποστολές Τούρκων αξιωματούχων στη Μόσχα προκειμένου να συζητήσουν μια διευθέτηση για τους S-400
Έτσι κι αλλιώς p;antvw το ότι η Τουρκία θα επιστρέψει σε τροχιά συμμετοχής σε δυτικά προγράμματα πέμπτης γενιάς, το πραγματικό μήνυμα δεν θα αφορά μόνο το αεροσκάφος. Θα αφορά την πολιτική απόφαση της Ουάσιγκτον να θεωρήσει ότι η πλήρης επανένταξη της Άγκυρας εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν κάθε μία από αυτές τις εξελίξεις είναι θετική ή αρνητική. Το ερώτημα είναι αν η χώρα διαθέτει μια ολοκληρωμένη στρατηγική ανάγνωσης του συνόλου. Του «δάσους» που λέμε…
Οι στρατιωτικοί σχεδιαστές δεν εξετάζουν μεμονωμένα γεγονότα. Εξετάζουν τάσεις. Και η τάση που φαίνεται να διαμορφώνεται είναι ότι η Τουρκία επιδιώκει να συνδυάσει δύο στόχους: βαθύτερη ενσωμάτωση στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας και ταυτόχρονα μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Αυτή η διπλή επιδίωξη ενδέχεται να αποτελέσει το βασικό χαρακτηριστικό της τουρκικής στρατηγικής κατά την επόμενη δεκαετία.

Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα τα τελευταία χρόνια. Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος, οι νέες στρατηγικές συνεργασίες, η αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων και η διπλωματική της παρουσία αποτελούν ουσιαστικά πλεονεκτήματα. Ωστόσο, το νέο στρατηγικό περιβάλλον απαιτεί κάτι περισσότερο από εξοπλιστικά προγράμματα ή επιτυχημένες διμερείς σχέσεις.
Η πραγματική πρόκληση για την Αθήνα δεν είναι να παρακολουθεί τις κινήσεις της Τουρκίας. Είναι να κατανοήσει έγκαιρα τις αλλαγές της ίδιας της αρχιτεκτονικής ασφαλείας μέσα στην οποία λειτουργεί η Τουρκία. Διότι οι ισορροπίες του μέλλοντος δεν θα καθοριστούν από ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά από τη συσσώρευση πολλών μικρών μεταβολών που, μαζί, μπορούν να αλλάξουν τον στρατηγικό χάρτη της περιοχής.
Διαβάστε επίσης
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.