Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΥπάρχουν περίοδοι στην Ιστορία κατά τις οποίες οι εξελίξεις ακολουθούν μια σχετικά προβλέψιμη πορεία. Και υπάρχουν «στιγμές» όπου αλλάζουν ταυτόχρονα σχεδόν όλα: οι ισορροπίες ισχύος, η τεχνολογία, η οικονομία, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα κράτη. Όλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε ήδη σε μία από αυτές τις περιόδους.
Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια:
Την ίδια στιγμή, η κλιματική κρίση παύει να αποτελεί αποκλειστικά περιβαλλοντικό ζήτημα καθώς οι συνέπειές της επηρεάζουν την αγροτική παραγωγή, τη διαχείριση του νερού, τις μεταναστευτικές ροές, την ενεργειακή ασφάλεια, ακόμη και την επιχειρησιακή λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων. Παράλληλα, το δημογραφικό εξελίσσεται σε έναν αθόρυβο αλλά αμείλικτο αντίπαλο για πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες, ανάμεσά τους και η ελληνική.

Καθεμία από αυτές τις εξελίξεις, από μόνη της, θα αρκούσε για να απασχολεί επί χρόνια μια κυβέρνηση και για την αντιμετώπισή τους θα απαιτούνταν στρατηγικοί σχεδιασμοί και υιοθέτηση πολιτικών που η υλοποίησή τους υπερβαίνει κατά πολύ μια κυβερνητική θητεία.
Το γεγονός ότι όλες αυτές οι εξελίξεις συμβαίνουν ταυτόχρονα υποδηλώνει ότι ζούμε μια περίοδο κατακλυσμιαίων αλλαγών, των οποίων τις συνέπειες είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε.
Δεν πρόκειται, προφανώς, για μία ακόμη κρίση που θα περάσει ούτε για μια πρόσκαιρη αναστάτωση της διεθνούς πολιτικής. Πρόκειται για μια μετάβαση από έναν κόσμο που γνωρίζαμε σε έναν κόσμο που ακόμη διαμορφώνεται.
Σε τέτοιες ιστορικές μεταβάσεις, τα κράτη που προετοιμάζονται εγκαίρως αποκτούν πλεονεκτήματα που διαρκούν για δεκαετίες. Εκείνα που καθυστερούν αναγκάζονται αργότερα να προσαρμόζονται στις αποφάσεις των άλλων.
Το παράδοξο με την Ελλάδα είναι ότι δεν παρακολουθεί αυτήν τη μετάβαση από «μακριά», βρίσκεται στο κέντρο της. Είναι κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ σε μια περίοδο όπου και οι δύο οργανισμοί επαναπροσδιορίζουν τον ρόλο τους. Βρίσκεται στην πιο ασταθή γειτονιά της Ευρώπης, δίπλα σε μια Τουρκία που, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις των διμερών σχέσεων, διεκδικεί εδώ και χρόνια μια σταθερή στρατηγική ενίσχυσης της γεωπολιτικής της επιρροής σε βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η Ελλάδα, ταυτόχρονα, καλείται να αντιμετωπίσει το μεγαλύτερο δημογραφικό πρόβλημα της μεταπολεμικής ιστορίας της, να μετασχηματίσει το παραγωγικό της μοντέλο, και να προσαρμοστεί σε μια εποχή όπου το συγκριτικό πλεονέκτημα των οικονομιών δεν θα είναι το φθηνό εργατικό δυναμικό, αλλά η ταχύτητα με την οποία μετατρέπουν τη γνώση και την τεχνητή νοημοσύνη σε παραγωγική ισχύ.
Από αυτήν την οπτική γωνία βάσιμα μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα εισέρχεται ίσως στη σημαντικότερη δεκαετία μετά τη Μεταπολίτευση. Και θα περίμενε κανείς ότι τα ζητήματα / προβλήματα που μόλις συνοψίσαμε θα αποτελούσαν κεντρικά ζητήματα της πολιτικής συζήτησης / αντιπαράθεσης ειδικά στην τρέχουσα, παρατεταμένη όπως όλα δείχνουν, προεκλογική περίοδο. Κι όμως, αυτό που ακούμε είναι απλώς ένας επικοινωνιακός θόρυβος.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να φρενάρει τη φθορά της και υπερασπίζεται το έργο της. Η κατακερματισμένη αντιπολίτευση αναζητά δρόμο και (εκλογικό ή μετεκλογικό) σχήμα που θα τη φέρει στην εξουσία. Και ως εκ τούτου η καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση εξελίσσεται με γενικεύσεις και περιστρέφεται γύρω από τα τρέχοντα. Την ακρίβεια, την εγκληματικότητα, την αποτελεσματικότητα του κράτους, τις δημοσκοπήσεις, τα ποσοστά των κομμάτων, τις επόμενες συνεργασίες, τους ανασχηματισμούς και τις επόμενες εκλογές.
Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά. Σε μια δημοκρατία οι κυβερνήσεις κρίνονται και οι αντιπολιτεύσεις διεκδικούν την εξουσία. Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει πολιτική σύγκρουση. Το πρόβλημα είναι το αντικείμενο και ο χρονικός ορίζοντας αυτής της σύγκρουσης. Σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό σύστημα δείχνει να μην μπορεί να δει μακρύτερα από την ημερομηνία των εκλογών και μια κυβερνητική θητεία.

Η Ιστορία, όμως, δεν γράφεται με ορίζοντα τετραετίας:
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο ελληνικό παράδοξο: Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε αποφάσεις που θα τη δεσμεύσουν για πολλές δεκαετίες, όμως η δημόσια συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη σχεδόν αποκλειστικά στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Συζητούμε ποιος θα κυβερνήσει το 2027, χωρίς να μας απασχολεί τι χώρα θέλουμε να υπάρχει το 2035. Ξεχνάμε ότι οι αποφάσεις που θα διαμορφώσουν εκείνη την Ελλάδα λαμβάνονται τώρα.
Είναι προφανές ότι οι μείζονες αποφάσεις για όλα αυτά τα ζητήματα θα ληφθούν από την επόμενη κυβέρνηση. Αυτό που δεν είναι προφανές (για την ακρίβεια απουσιάζει παντελώς) είναι οι τεκμηριωμένες θέσεις των πολιτικών δυνάμεων πάνω στα συγκεκριμένα αυτά ζητήματα, ώστε να προκύψει μία επί της ουσίας συζήτηση για τις επιλογές που υπάρχουν. Αντ’ αυτού έχουμε «κοκορομαχίες» με στόχο τα επικοινωνιακά βραβεία των δημοσκοπήσεων, για τον καταλληλότερο…
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ίσως η βαθύτερη αδυναμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος: η απροθυμία / αδυναμία του να αναζητήσει λύσεις και να διαμορφώσει στρατηγικές στην πορεία της χώρας για τις δυο επόμενες δεκαετίες, διάστημα κατά το οποίο θα διαμορφωθεί ένας «νέος κόσμος».
Στην Ελλάδα αλλάζουν συχνά οι κυβερνήσεις, οι υπουργοί, οι προτεραιότητες του κράτους, ακόμα και μέσα στην ίδια κυβερνητική θητεία. Αυτό που σπανίζει είναι η συνέχεια. Η αίσθηση ότι, ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά, η χώρα ακολουθεί μια σταθερή πορεία προς έναν συγκεκριμένο προορισμό. Κι αυτό ίσως να μην αποτελούσε σοβαρό πρόβλημα πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια. Σήμερα όμως τα δεδομένα έχουν αλλάξει.
Για πρώτη φορά μετά το 1974 η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει τον χρόνο να δουλέψει υπέρ της. Η φράση αυτή ίσως ακούγεται υπερβολική, αλλά δεν είναι.
Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες η Ελλάδα οικοδόμησε τη στρατηγική της μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η κατεύθυνση του δυτικού κόσμου έμοιαζε δεδομένη. Η ένταξη στην ΕΟΚ και αργότερα στην Ευρωζώνη, η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, η στενή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η πρόσδεση στον ευρωπαϊκό πυρήνα στηρίζονταν στην παραδοχή ότι οι ισχυροί εταίροι και σύμμαχοι διέθεταν την οικονομική ισχύ, την πολιτική συνοχή και τη στρατηγική πυξίδα για να διαμορφώνουν τις διεθνείς εξελίξεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν ασχολήθηκαν ποτέ πραγματικά για να διαμορφώσουν μια ολοκληρωμένη, αυτόνομη, μεγάλη στρατηγική. Αρκούσε η προσαρμογή της χώρας στις επιλογές ενός συστήματος που φαινόταν σταθερό και προβλέψιμο.
Σήμερα, όμως, το ευρωατλαντικό σύστημα εμφανίζεται αποσταθεροποιημένο και οι ηγέτιδες δυνάμεις του βρίσκονται σε μια περίοδο βαθιάς αναζήτησης. Οι παραδοσιακοί «οδηγοί» του δυτικού κόσμου δεν προσφέρουν πλέον έτοιμες απαντήσεις· αναζητούν και οι ίδιοι τον δρόμο τους.
Ο χρόνος, ωστόσο, πιέζει. Κάθε χρόνος που περνά χωρίς σοβαρή αντιμετώπιση του δημογραφικού καθιστά το πρόβλημα δυσκολότερο. Κάθε χρόνος καθυστέρησης στην παραγωγική ανασυγκρότηση μειώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Κάθε χρόνος που η τεχνητή νοημοσύνη ενσωματώνεται αλλού και όχι εδώ διευρύνει το τεχνολογικό χάσμα. Κάθε χρόνος χωρίς επενδύσεις στην καινοτομία, στην έρευνα και στις δεξιότητες δημιουργεί μια οικονομία που θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τεχνολογία που παράγουν άλλοι.
Το ίδιο ισχύει και στο γεωπολιτικό πεδίο. Η Τουρκία δεν σχεδιάζει με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές. Σχεδιάζει με ορίζοντα δεκαετιών. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τις επιλογές της ή να θεωρεί υπερφιλόδοξες τις επιδιώξεις της, όμως δύσκολα μπορεί να αρνηθεί ότι υπηρετεί με συνέπεια έναν μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό. Η ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας, η ναυτική της παρουσία, η διείσδυσή της στην Αφρική, στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή, η επιμονή της στις αναθεωρητικές της θέσεις δεν είναι αποσπασματικές κινήσεις. Είναι κεφάλαια του ίδιου σχεδίου.

Η Ελλάδα, ίσως αυτό είναι μια αναγκαία παραδοχή, δεν μπορεί να ανταγωνιστεί / αντιγράψει την Τουρκία. Μπορεί, όμως, να αποκτήσει (ή να διαμορφώσει) την ίδια αίσθηση συνέχειας και να αναδείξει σε άλλους τομείς τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Όμως εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο έλλειμμα της ελληνικής δημόσιας ζωής.
Δεν λείπουν οι αναλύσεις, οι διαπιστώσεις, ούτε οι μεταρρυθμίσεις. Λείπει το νήμα που τις συνδέει ώστε να δίνεται απάντηση στο φαινομενικά απλό ερώτημα: Ποια Ελλάδα θέλουμε να υπάρχει το 2035;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα περίμενε κανείς να απαντηθούν μέσα από τον διάλογο και την τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση. Γιατί, τελικά, το πώς θα είναι η Ελλάδα του 2035 δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος θα κυβερνά τότε, αλλά από το αν η χώρα θα έχει αποκτήσει συνέχεια, στρατηγική και την ικανότητα να επηρεάζει, έστω και στον βαθμό που της αναλογεί, τις εξελίξεις που θα καθορίσουν το μέλλον της. Οι εκλογές αλλάζουν κυβερνήσεις. Η Ιστορία, όμως, κρίνει αν ένα κράτος είχε σχέδιο ή αφέθηκε να το παρασύρουν οι εξελίξεις με απρόβλεπτες και κατά κανόνα οδυνηρές συνέπειες.
Διαβάστε επίσης:
Προσωπική αντιπαράθεση Σαμαρά – Μητσοτάκη
Η «μάχη των αριθμών»: Το νέο «μοντέλο» αντιπαράθεσης Τσίπρα που φέρνει νεύρα στη Ν.Δ.
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.