Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ αλήθεια είναι ότι ο περισσότερος κόσμος, παρακολουθώντας την ομιλία της περασμένης Δευτέρας του πρωθυπουργού στην κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. θα μπορούσε να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του σε δύο τρία σημεία που ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης φρόντισε να υπογραμμίσει.
Για παράδειγμα, υπήρξε νέα δριμεία και – σε κάποια σημεία ακόμα και ad hominem – επίθεση στην αντιπολίτευση, τόσο για τη στάση της έναντι σοβαρών θεσμικών ζητημάτων (συνταγματική αναθεώρηση, σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ κ.λπ.) όσο και για τις εξαγγελίες της και τα μέτρα που προωθεί στο πλαίσιο της προεκλογικής περιόδου.
Επίσης, ο πρωθυπουργός έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του ώστε να κλείσει κάθε συζήτηση για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, λέγοντας διαρκώς ότι οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027, ενώ διατήρησε πολύ υψηλούς τόνους για την απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να ασκήσει δίωξη σε τέσσερις «γαλάζιους» βουλευτές για το σκάνδαλο των παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων και να αρχειοθετήσει τις υποθέσεις άλλων εννέα.
Ωστόσο, ένας πιο προσεκτικός παρατηρητής θα διαπίστωνε ότι η ομιλία του πρωθυπουργού απέπνεε έναν έντονο προβληματισμό για μια σειρά στοιχείων που συνδέονται με την ευρύτερη προεκλογική περίοδο – στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θεωρούνται εξαιρετικά σημαντικά για την έκβαση των εκλογών, αλλά και τη γενικότερη εικόνα της κυβέρνησης.
Μάλιστα, σύμφωνα με κομματικές πηγές, ο Μητσοτάκης ουσιαστικά «έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου» προς τους βουλευτές και τα στελέχη της «γαλάζιας» παράταξης, θέτοντας τους πάντες σε εκλογική ετοιμότητα και ζητώντας πλήρη εγρήγορση, ενδεχομένως και για την αποφυγή… δυσάρεστων εκπλήξεων όταν η χώρα οδηγηθεί σε εθνικές κάλπες.
Ποια είναι τα σημεία αυτά; Ας τα δούμε μέσα από τα λόγια του ίδιου του Μητσοτάκη:
«Οι ανακοινώσεις μας θα αφορούν πρωτίστως τη στήριξη της μεσαίας τάξης, με ιδιαίτερη έμφαση αυτή τη φορά στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους μικρομεσαίους»: η αναφορά αυτή του πρωθυπουργού στο «πακέτο της ΔΕΘ» μόνο τυχαία δεν είναι. Η Ν.Δ. το 2019 και το 2023 στηρίχθηκε ακριβώς στις ψήφους των αυτοαπασχολούμενων και των μικρομεσαίων για να διασφαλίσει την αυτοδυναμία.
Ωστόσο, οι κοινωνικές ομάδες αυτές τα τελευταία χρόνια αισθάνονται – για να το θέσουμε επιεικώς – αδικημένες από την κυβέρνηση: έμειναν σχεδόν ολοκληρωτικά εκτός RRF, καθιερώθηκε τεκμαρτή φορολόγησή τους, πιέζονται από την ακρίβεια και δεν απήλαυσαν μέτρα ενίσχυσης, όπως άλλες κοινωνικές ομάδες, κατά την περίοδο της πανδημίας.
Έτσι, από εκεί που στήριζαν εν σώματι Ν.Δ. στις εκλογές, τώρα το μεγαλύτερο μέρος των ελευθέρων επαγγελματιών και των μικρομεσαίων έχει πάρει αποστάσεις – όταν δεν έχει φύγει για… άλλες πολιτείες.
Ο Μητσοτάκης ξέρει πολύ καλά ότι χωρίς τη μαζική στήριξη των ψηφοφόρων αυτών, η Ν.Δ., όχι μόνο δεν θα επιτύχει τον στόχο της τρίτης θητείας, αλλά κινδυνεύει να μην «γράψει» 3 μπροστά από το ποσοστό της, οπότε σπεύδει να στείλει το μήνυμα ότι το «πακέτο της ΔΕΘ» θα επικεντρώνεται σε αυτούς – αν και έχει σημασία να τονιστεί ότι ο ίδιος υπογράμμισε πως «δεν θα ενδώσουμε στον πειρασμό ενός πλεονάσματος παροχολογίας», φράση που ερμηνεύεται ως μια έμμεση παραδοχή ότι το… πουγκί δεν είναι και τόσο βαθύ, ή εν πάση περιπτώσει όχι τόσο βαθύ όσο θα το ήθελε η κυβέρνηση.
«Εκλογές, όπως σας είπα, θα γίνουν την άνοιξη του 2027, αλλά εμείς θα τρέχουμε ωσάν οι εκλογές να είναι αύριο – και το ξέρετε αυτό – για αρκετούς μήνες μέχρι να προκηρυχθούν οι εκλογές»: το μήνυμα αυτό του Μητσοτάκη μοιάζει αυτονόητο, υπό την έννοια ότι κανένας πρωθυπουργός δεν επιθυμεί να βλέπει τα στελέχη της κυβέρνησης και του κόμματος να κινούνται… ράθυμα στο τελευταίο «ετάπ» πριν από τις εκλογές.
Ωστόσο, στην περίπτωση της Ν.Δ. τα πράγματα είναι λίγο πιο σύνθετα, καθώς οι «χαμηλές πτήσεις» του κόμματος στις δημοσκοπήσεις έχουν δημιουργήσει την αίσθηση σε σημαντικό αριθμό βουλευτών ότι κινδυνεύουν να μην εκλεγούν ξανά – και αυτοί οι βουλευτές θεωρούνται, ας πούμε, «επικίνδυνοι» για το κυβερνών κόμμα.
Γιατί; Διότι, ακριβώς επειδή θεωρούν ότι θα είναι δύσκολο να επανεκλεγούν, δεν δείχνουν ιδιαίτερο ζήλο για το… καλό του κόμματος, ενώ ορισμένοι εξ αυτών… λοξοκοιτάζουν και προς άλλα σχήματα στα δεξιά της Ν.Δ. (π.χ. στο υπό δημιουργία κόμμα του Αντώνη Σαμαρά). Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν καταστροφική για το κυβερνών κόμμα, το οποίο θα έδινε την αίσθηση ότι τελεί υπό κατάσταση αποσύνθεσης, αποτρέποντας την απαραίτητη συσπείρωση που θα οδηγήσει στη νίκη.
Εξ ου και η χαρακτηριστική αποστροφή του λόγου του πρωθυπουργού, η οποία αποτελεί επί της ουσίας ένα κάλεσμα σε εγρήγορση και συμμετοχή του συνόλου των στελεχών της παράταξης.
«Μίλησα για την Κυριακή της κάλπης, γιατί η Κυριακή είναι μία και μοναδική. Δεν υπάρχουν δοκιμαστικές εκλογές διαμαρτυρίας, ούτε πρόβα τζενεράλε με δήθεν μηνύματα, ούτε περιθώρια για ρίσκα καταστροφής»: ο Μητσοτάκης είχε χρησιμοποιήσει την ίδια φράση και στο συνέδριο της Ν.Δ., ωστόσο όχι με την ίδια έμφαση και ένταση, καθώς αυτήν τη φορά συμπλήρωσε ότι «δεν αντέχει η πατρίδα μας ούτε πισωγυρίσματα ούτε να αιχμαλωτιστεί σε αδιέξοδα ακυβερνησίας ή διακομματικών παζαριών. Και μέσα σε ένα θολό περιβάλλον που μας περικυκλώνει, ζητά καθαρές λύσεις, καθαρούς ορίζοντες, σταθερό και έμπειρο χέρι στο τιμόνι».
Όπως ο πρωθυπουργός «έβαλε στην πρέσα» τους βουλευτές, αυτήν τη φορά, απευθυνόμενος στους ψηφοφόρους, θέτει ένα σκληρό δίλημμα: ή Ν.Δ. και σταθερότητα ή κάποιος άλλος και ακυβερνησία, καθώς διαπιστώνει από τις δημοσκοπήσεις ότι οι πολίτες μοιάζουν αποσυσπειρωμένοι και «απλωμένοι» είτε σε διάφορα άλλα κόμματα, είτε στην «γκρίζα ζώνη» των αναποφάσιστων.
Όμως, έτσι… δουλειά δεν γίνεται (φράση που χρησιμοποίησε αυτολεξεί «γαλάζιο» στέλεχος…), οπότε ο πρωθυπουργός ανεβάζει την πίεση στους ψηφοφόρους, τους θέτει διλήμματα και τους καλεί να αναλογιστούν τις συνέπειες, επιδιώκοντας προφανώς τη μέγιστη δυνατή κινητοποίηση και συσπείρωση ενόψει της κάλπης. Στη Ν.Δ. γνωρίζουν ότι μια «χαλαρή» ψήφος ή ψήφος διαμαρτυρίας στις πρώτες κάλπες μπορεί να έχει δραματικά αποτελέσματα για τη συνέχεια, οπότε… πριν πεινάσουν μαγειρεύουν.
Παράλληλα, πάντως, σε Μαξίμου και Πειραιώς τα εκλογικά επιτελεία κυριολεκτικά «ξεψαχνίζουν» τις μετρήσεις και, για να το πούμε κομψά, βρίσκουν ορισμένα μάλλον ανησυχητικά στοιχεία. Για παράδειγμα, στην τελευταία δημοσκόπηση της GPO, στο ερώτημα ποια κυβέρνηση ήταν καλύτερη για τους πολίτες, αυτή της Ν.Δ. από το 2019 ώς σήμερα ή αυτή του ΣΥΡΙΖΑ από το 2015 ώς το 2019, το 28,9% επιλέγει ΝΔ, αλλά το 26,7% «ψηφίζει» ΣΥΡΙΖΑ.
Επίσης, δημοσκόπηση της Prorata είχε δείξει ότι στο ερώτημα «ποια κυβέρνηση τα κατάφερε καλύτερα» υπάρχει… ισοπαλία: 32% είπε η κυβέρνηση της Ν.Δ. και άλλο ένα 32% είπε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Το στοιχείο αυτό είναι άκρως προβληματικό για την κυβέρνηση, η οποία έχει φιλοτεχνήσει μια εικόνα καταστροφής για την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ και μια εικόνα ανάτασης για τις δικές της θητείες.
Σε δεύτερο επίπεδο, όπως ομολογούν κομματικά στελέχη, είναι προβληματικό το γεγονός ότι έχει παγιωθεί μια πολύ αρνητική εικόνα για τα έργα και τις ημέρες της κυβέρνησης: στη μέτρηση της GPO σχεδόν 7 στους 10 ερωτηθέντες κρίνουν μάλλον αρνητικά / αρνητικά το κυβερνητικό έργο (68,6%), έναντι μόλις 31% που το κρίνει μάλλον / πολύ θετικά.
Στη δημοσκόπηση της MARC το ποσοστό των αρνητικών απόψεων για την κυβέρνηση διαμορφώνεται στο 64%. Οι αρνητικές απόψεις για την κυβέρνηση κυριαρχούν και στη δημοσκόπηση της Metron Analysis που εξετάζει τομείς πολιτικής (47% στα γεωπολιτικά και τις διεθνείς σχέσεις, 67% σε ζητήματα καθημερινότητας, 73% σε ζητήματα δημοκρατίας και 75% στα θέματα της οικονομίας – μισθοί, ακρίβεια, κ.ο.κ.). Μάλιστα, τα ίδια στελέχη σημειώνουν ότι η εικόνα αυτή δεν σημειώνει σημαντικές αυξομειώσεις συν τω χρόνω, αλλά κινείται περίπου στα ίδια ποσοστά.
Σε τρίτο επίπεδο, αυτό που σημειώνεται είναι ότι, σε όποια δημοσκόπηση τίθεται ερώτημα περί διατήρησης της Ν.Δ. στην κυβέρνηση ή αλλαγής κυβέρνησης, η πλειοψηφία τάσσεται υπέρ της αλλαγής, ενώ το ποσοστό όσων επιθυμούν να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν σχεδόν ταυτίζεται με το ποσοστό της Ν.Δ. στην εκτίμηση ψήφου.
Π.χ. στην GPO το ποσοστό όσων θέλουν τη Ν.Δ. κυβέρνηση (27,5%) είναι σχεδόν ίδιο με το ποσοστό της «γαλάζιας» παράταξης (28,6% στην εκτίμηση ψήφου). Επίσης, στη δημοσκόπηση της MRB στο ερώτημα εάν η χώρα χρειάζεται τρίτη θητεία του Μητσοτάκη ή αλλαγή κυβέρνησης, το 25,8% απαντά ότι επιθυμεί νέα θητεία της Ν.Δ., η οποία στην πρόθεση ψήφου συγκεντρώνει ποσοστό 23,8% και 29% στην εκτίμηση ψήφου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, σχεδόν 7 στους 10 τάσσονται υπέρ της αλλαγής κυβέρνησης.
Τέλος, ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στο «αγκάθι» που ακούει στο όνομα Αντώνης Σαμαράς: στη μέτρηση της Metron Analysis, ένα 17% που αυτοπροσδιορίζεται ως «κεντροδεξιό» και ένα 24% που δηλώνει «δεξιό» εμφανίζεται πρόθυμο να στηρίξει ένα κόμμα με αρχηγό τον Μεσσήνιο πολιτικό.
Επίσης, στις Τάσεις της MRB το 27,1% των πολιτών που στις ευρωεκλογές είχαν ψηφίσει Ν.Δ. δηλώνει ότι «σίγουρα ή μάλλον» θα ψήφιζε το κόμμα που ετοιμάζει ο πρώην πρωθυπουργός, η GPO δίνει ποσοστό 12,3% πολιτών που δυνητικά θα στήριζαν ένα κόμμα Σαμαρά και η Interview επίσης δίνει μια δυνητική δεξαμενή ψήφων για τον πρώην πρωθυπουργό που φθάνει το 12%. Οι πληροφορίες λένε ότι σε Μαξίμου και Πειραιώς θεωρούν ότι τα στοιχεία αυτά μπορεί να αλλάξουν όταν ο Σαμαράς παρουσιάσει το κόμμα του – ωστόσο, κάποιοι πιο… απαισιόδοξοι δεν αποκλείουν η διείσδυση του πρώην πρωθυπουργού να αυξηθεί στους συντηρητικούς ψηφοφόρους συν τω χρόνω.
Διαβάστε επίσης:
Κυβερνοπόλεμος Βρυξελλών – Μόσχας
Τσίπρας: «Στενή» η πόρτα της ΕΛΑΣ για τους «πρώην»
Ύπαιθρος: από την παραγωγική στην ψυχαγωγική φάση (Μέρος τρίτο)
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.