search
ΚΥΡΙΑΚΗ 02.08.2026 08:36
MENU CLOSE

Ονόματι Στυλιανός Παττακός

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2449
30/07/2026
02.08.2026 07:24
felekis

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

(…) Σαν «αφρόκρεμα της αφρόκρεμας», πάω στο Γουδί για εκπαίδευση στα τεθωρακισμένα. Μας παραλαμβάνουν κάτι σκατόπαιδα. Μας κάναν ένα καψόνι έτσι στο πιτς φιτίλι. Πήγαμε σαν κοπάδι από το τρένο στον σταθμό Λαρίσης και από κει θα πηγαίναμε στο Γουδί. Να μας κυνηγάνε. «Γρήγορα πηγαίντε εκεί, κάντε αυτό». Εμείς δεν ξέραμε καν σε ποιο κτήριο πρέπει να πάμε, σε ποιον θάλαμο, και αυτοί να λένε: «Όλοι γρήγορα!». Αλλά αυτό φάνηκε εντελώς παιχνιδάκι μπροστά σε αυτό που ήρθε μετά.

Μερικές μέρες αργότερα ήρθαν τα ΛΥΒ,1 οι υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί. Προορίζονταν για λοχίες, δεκανείς. Είναι αυτοί που υπηρετούν τη θητεία τους φορώντας δύο ή τρεις «σαρδέλες» στο μπράτσο τους. Κουβαλάγανε και ένα μπαούλο τεράστιο, «τόσο», γιατί έπρεπε να έχουν μέσα τις στολές τους, τα ξίφη τους, τα κέρατά τους. Και έρχονται αυτοί και τους «παραλαμβάνουν» οι παλιοί να τους δείξουν τι εστί στρατός. Και με το που μπαίνουν μέσα στη μονάδα, ξύπνησε όλο το στρατόπεδο από τις φωνές. Να τους κυνηγάνε και αυτοί να κουβαλάνε όλα αυτά τα μπαούλα. «Τσακιστείτε, τομάρια, γαϊδούρια, κοπρίτες, τρέξτε, τρέξτε!» Με κλομπ, με κλοτσιές, να τους σπρώχνουν να ανέβουν κουβαλώντας τα μπαούλα τους στον δεύτερο όροφο.

«Η χαρά του σαδιστή εκεί πέρα…»

Ναι, η χαρά του σαδιστή. Εγώ τώρα άρχισα την «ειδική» εκπαίδευση στα βαριά άρματα. Πάνω – κάτω, πέρα – δώθε· πάνω – κάτω, πέρα – δώθε. Έτρωγα και καμιά σφαλιάρα από τον εκπαιδευτή γιατί έπεφτε το τανκς μέσα στο χαντάκι πολύ απότομα και κοντεύαμε να σπάσουμε το κεφάλι μας εκεί πάνω στα κατσάβραχα στο Γουδί.

Φυλάγαμε και σκοπιές εκεί πάνω, αν έχεις πάει ποτέ στη Μονή Καισαριανής, πέρα εκεί όπου είναι κάτι πέτρινα κτίσματα σαν φυλάκια. Τότε ήταν αποθήκες για πυρομαχικά. Και εκεί, στο νεκροταφείο Ζωγράφου κοντά. Τα συρματοπλέγματα έφταναν μέχρι πάνω στην πλαγιά του Υμηττού. Ήταν μια πολύ μεγάλη έκταση για εκπαίδευση στα τανκς.

Η εκπαίδευσή μας πλησίαζε προς το τέλος της. Φεύγει ο διοικητής μας, έρχεται ένα καινούριο φρούτο. Καραφλό, ομορφάντρας, ονόματι Στυλιανός Παττακός.

«Όπα, ρε Γιάννη! Περίμενε!».

Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το πραξικόπημα. Ο Παπαδόπουλος ήταν επιτελάρχης, σημαίνει αυτός που κανονίζει ποιος θα πάει πού και κανονίζει τη δομή του στρατεύματος για την επίθεση, την υποχώρηση, την άμυνα. Ο Παπαδόπουλος ήταν κεντρικό πρόσωπο, υπηρετούσε στο υπουργείο, έκανε τη δουλειά στο Πεντάγωνο. Όρισε ποιος θα είναι επικεφαλής στην ΕΣΑ, ποιος στα στρατεύματα, ποιος στα τεθωρακισμένα, ποιος στο τρίτο σώμα στρατού, ποιος στο δεύτερο, και πάει λέγοντας. Παίρνοντας λοιπόν τα μέτρα του, έστειλε τον Παττακό στα τεθωρακισμένα στην Αθήνα.

Έρχεται ο Παττακός και μια – δυο μέρες πριν τελειώσει η εκπαίδευση στα τεθωρακισμένα και φύγουμε οι οδηγοί αρμάτων να πάμε στις μονάδες μας – αυτός ήταν ήδη καμιά βδομάδα εκεί –, με φωνάζει στο γραφείο του.

«Ένας Νάσερ, ένας Μεταξάς χρειάζεται!»

Πρώτη του ερώτηση ήταν αν σκοπεύω «να γίνω Έλληνας». Τάχα μου εγώ έκπληκτος: «Μα η ταυτότητά μου λέει Έλληνας υπήκοος και χριστιανός ορθόδοξος». Με το γλυκό του στυλ ο Παττακός, όταν προσπαθούσε να γίνει άγριος. «Κόφ’ την την πλάκα τώρα! Συζητάμε μεταξύ μας. Έχω εδώ ΕΝΑΝ ΤΟΜΟ για σένα, όχι απλώς φάκελο, βαρύτερο από τα κιλά σου!». Και συνεχίζει. «Θέλω να συζητήσουμε σοβαρά. Χωρίς αστεία. Ξέρω ποιος είσαι. Και θέλω να καταλάβεις και εσύ ποιοι είμαστε εμείς, οι Έλληνες αξιωματικοί. Αυτά που θέλεις εσύ τα θέλω και εγώ και τα θέλουμε και εμείς».

Έλεγε, έλεγε… «Εμείς είμαστε οι έντιμοι Έλληνες αξιωματικοί… Εσύ προσπαθείς με λάθος τρόπο. Για να πετύχεις αυτά που θες πρέπει πρώτα από όλα να αγαπάς τη χώρα σου. Την πατρίδα σου. Την Ελλάδα. Δεν μπορείς να τα πετύχεις αυτά αν δεν αγαπάς την πατρίδα σου, όπως κάνουμε εμείς οι έντιμοι Έλληνες αξιωματικοί». Και αφού μου είπε εκεί διάφορα: «Και μη νομίζεις, και στην Ελλάδα υπάρχουν Νάσερ και υπάρχουν αυτοί που έχουν γνώση, ξέρουν τις αδικίες που γίνονται και όλα αυτά θα διορθωθούνε μια μέρα, και όχι αργά».2

Αλλά πού να καταλάβω εγώ ο μαλάκας ότι ο Παττακός μίλαγε στ’ αλήθεια και έλεγε τι σκόπευαν να κάνουν. Εγώ έλεγα από μέσα μου: Άσ’ τον τον μαλάκα τον καραβανά να λέει. Άλλος ένας μαλάκας. Το λέγαν οι μπάτσοι, οι ασφαλίτες στις ανακρίσεις, βγάζαν ένα λογύδριο ο καθένας. Εξάλλου στα καφενεία λέγανε τα ίδια κάθε μέρα. «Ένας Νάσερ, ένας Μεταξάς χρειάζεται!». Δεν έδωσα σημασία. Ήταν καραμέλες αυτά τα πράγματα. Όπως ο Νάσερ πέταξε τον Φαρούκ στην άκρη και έκανε την Αίγυπτο κράτος, όπως ο Μεταξάς «έφτιαξε την Ελλάδα κράτος».

Εγώ στο μεταξύ αρνιόμουν οτιδήποτε. Ναι, είχαν στον φάκελο τα πάντα. Είχαν ήδη ό,τι είχα και δεν είχα κάνει. Οτιδήποτε από την προηγούμενη περίοδο. Άπειρες συλλήψεις, από το ναυτικό, από τους Λαμπράκηδες, από το 1958 και μετά τα πάντα. Ακόμα και τις συλλήψεις που είχα από τα Ελεύθερα Συνδικάτα, από τα γκαρσόνια ακόμα. Ξέρανε και το πού κυκλοφορούσα. Επειδή σχόλαγα αργά μέσα στη νύχτα, δύο φορές τη βδομάδα θα με μάζευαν οι αστυνομικοί για εξακρίβωση στοιχείων την ώρα που γυρνούσα σπίτι. Ακόμα και αυτά είχαν, που δεν ήμουν καν αριστερός τότε.

Όλα ήταν καταγεγραμμένα. Από τα δεκαπέντε μου που ήρθα στην Αθήνα, συνέχεια με σταμάταγαν για εξακρίβωση τις νύχτες την οχταετία του Καραμανλή, όπου κι αν δούλευα. Ναι, η στρατολογία έστειλε στην Τρίπολη μόνο ό,τι είχε από το χωριό μου. Δεν υπήρχαν τότε κομπιούτερ. Είναι γεγονός ότι όταν εγώ απολύθηκα από φαντάρος με συλλάβαν στον Πειραιά γιατί ήμουν επικηρυγμένος, νόμιζαν ότι εγώ κρυβόμουνα. Δεν ήξερε το λιμενικό ότι εγώ ήμουνα φαντάρος, επειδή υπήρχε φοβερός ανταγωνισμός ανάμεσα στις διαφορετικές υπηρεσίες. Ο καθένας φύλαγε τα μυστικά του για τον εαυτό του. Υπήρχαν στεγανά. Η κάθε υπηρεσία είχε τα δικά της και είχαν ρουφιάνους και μεταξύ τους.

Συνέχισε ο Παττακός τις ερωτήσεις. «Αν μας επιτεθούν οι Βούλγαροι, εσύ με ποιον θα είσαι;» Έλεγα εγώ: «Γιατί να μας επιτεθούν οι Βούλγαροι; Δεν έχει εκδηλωθεί μέχρι τώρα καμιά τέτοια διάθεση».

«Τι έγινε με τις αδελφές σου;»

Μετά άρχισαν οι ερωτήσεις για την οικογενειακή μου κατάσταση. Αν είμαστε φτωχοί ή πλούσιοι στο χωριό. «Από πού είσαι, πόσα αδέλφια έχεις;». Έμαθε ότι οι αδελφές μου ήταν δουλάκια στην Αθήνα. «Αα, θα με σώσεις!» αναφώνησε. Αυτός είχε έρθει από την Ξάνθη και εκεί είχαν γυναίκα στο σπίτι τους για δούλα. Γιατί τώρα η γυναίκα του συνταγματάρχη δεν έπλενε τα πιάτα μόνη της. Δεν μαγείρευε. Έπρεπε κάποιος να της σιδερώνει το φόρεμά της.

«Μια από τις αδελφές σου, όποια νομίζεις, να είναι λίγο μεγάλη, να ξέρει από δουλειές, γιατί με έχει τρελάνει η γυναίκα μου. Ήρθαμε τώρα στην Αθήνα και δεν μπορούμε να βρούμε υπηρέτρια. Οπωσδήποτε μια από τις αδελφές σου να έρθει!». Απάντησα ότι θα ενημερώσω, αλλά ότι έχουν πρόσφατα αλλάξει δουλειά, έχουν πάει σε σπίτι βιομηχάνου και παίρνουν καλά λεφτά. Δουλεύαν στον Κοκκιναρά. Ήταν εκεί ο βιομήχανος και η βιομηχάνα, μια τρελέγκω, και δύο πιτσιρίκια. Είχε και δασκάλα αγγλικών μέσα και μαγείρισσα κανονική και είχαν πάει δύο από τις αδελφές μου εκεί πέρα και μοιραζόντουσαν τις δουλειές.

Περίμενε όμως ο Παττακός. Και κάθε τρεις και λίγο με φώναζε να μου πει: «Τι έγινε με τις αδελφές σου, θα ’ρθούνε, δεν θα ’ρθούνε;». Προσπαθούσα να τον αποφύγω. Έλεγα ότι έχουν δεθεί με τα παιδιά της οικογένειας του βιομηχάνου. Έλεγα διάφορες μαλακίες. «Είναι και λίγο χαζές, έχουν δεθεί με τα αφεντικά τους. Τις προσέχουν και τις αγαπάνε και νιώθουν την οικογένεια σαν δική τους». Και μπούρδες διάφορες.

Α, δεν σου είπα όμως το βασικό. Η πρώτη ανακοίνωση του Παττακού ήταν ότι δεν θα φύγω, δεν θα πάω σε μονάδα. Μετά τη συζήτηση με θέμα «Θα γίνεις Έλληνας ή θα γίνεις Βούλγαρος;» δήλωσε ότι η πατρίδα δεν μπορεί να με εμπιστευτεί με άρμα μάχης και εγώ να κατέβω στην Αθήνα και να ταχθώ με τους διαδηλωτές. Οπότε δήλωσε ότι θα μείνω εκεί και θα εκπαιδευτώ ως οδηγός βαρέων οχημάτων. «Ό,τι νομίζει η πατρίδα» λέω εγώ. Θα έμενα δηλαδή στο Γουδί και για την εκπαίδευση της επόμενης σειράς.

Συνέχιζα να εκπαιδεύομαι με τους επόμενους και με καλούσε συνέχεια ο Παττακός να με ρωτήσει αν βρήκα δούλα για το σπίτι του.

«Τι σκάλωμα είχε φάει ολόκληρος Παττακός να του βρεις εσύ ειδικά υπηρέτρια; Δεν μπορούσε να βρει από αλλού;».

Ήξεραν ότι από επαρχίες και φτωχά νησιά ήταν πιο εύκολο να βρεις παιδιά. Άλλοι ερχόντουσαν για γκαρσόνια, άλλοι για οικοδομές, άλλοι για δουλάκια. Είχαν τότε όμως αρχίσει να πιάνουν δουλειές και σε εργοστάσια. Ήδη από το 1958 θυμάμαι στην εκκλησία, αντί για κήρυγμα, μετά τη λειτουργία έβγαζε ανακοίνωση ο παπάς ότι «τα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά ζητάνε εργαζομένους και όποιος θέλει ας πάει». Έτσι ήρθε ο ταλαίπωρος ο ξάδελφός μου ο Λάμπρος Φελέκης, ο οποίος έγινε αέρας στη Χαλυβουργική.

Όχι, βρε παιδί μου. Υπηρέτρια ήθελε να βρει ο άνθρωπος. Γιατί πια ήταν 1967. Δεν πηγαίναν εύκολα για δουλάκια πια. Οι αδελφές μου ήταν μεγάλες. Είχαν ξεκινήσει από το 1955 να δουλεύουν. Τότε όμως που έψαχνε ο Παττακός είχαν πια ανοίξει υφαντουργεία, εργοστάσια, υπήρχε βιομηχανική ανάπτυξη. Πηγαίναν πιο πολύ για εργάτριες και άλλα επαγγέλματα, όχι δουλάκια. Πριν, όποιου του περίσσευε ένα πιάτο φαγητό, και ο μπακάλης και ο μανάβης και ο δάσκαλος, είχε και έναν δούλο στο σπίτι. Αλλά πια δεν ήταν τόσο εύκολο. Από ένα σημείο και μετά κουβαλάγανε από τις Φιλιππίνες.3

Ποιος πληρώνει το σαμποτάζ;

Έκατσα έναν μήνα παραπάνω εκεί με τον Παττακό να με ζαλίζει να του βρω υπηρέτρια. Μόλις τελείωσε και η δεύτερη εκπαίδευσή μου, πήγα Θεσσαλονίκη, αρχές Νοέμβρη του 1966. Πήγα στη μονάδα όπου θα υπηρετούσα τη θητεία μου σαν ειδικευμένος φαντάρος. Παρέμεινα στα τεθωρακισμένα, αλλά σαν οδηγός βαρέων οχημάτων, όχι τανκς που σέρνουν άλλα οχήματα, από γερανούς μέχρι ΡΕΟ4 στην 25η ΕΑΝ, Επιλαρχία Αναγνωρίσεως Τεθωρακισμένων Οχημάτων.

Πριν από τα Χριστούγεννα, με φωνάζει ο υπίλαρχος και μου λέει: «Τι έχεις κάνει;». Παρουσιάζομαι στον διοικητή και του δηλώνω ότι δεν ξέρω τίποτα, δεν έχω κάνει τίποτα. Μόλις μου είχαν δώσει το δίπλωμα οδηγού. Στο μεταξύ αυτό το δίπλωμα μπορούσες να το χρησιμοποιήσεις και έξω. Έβρισκες δουλειά με αυτό. Μου ζητάει το δίπλωμα πίσω, το παίρνει και αρχίζει: «Δεν μπορείς να οδηγήσεις, έρχονται ντράβαλα με την Τουρκία».

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το σαμποτάζ που οργάνωσε ο Παπαδόπουλος στον Έβρο και ενοχοποίησε διάφορους φαντάρους, τους οποίους εγώ βρήκα στη φυλακή αργότερα. Υποτίθεται ότι κάποιοι στρατιώτες ρίξανε ζάχαρη στα ντεπόζιτα αρμάτων για να τα σαμποτάρουν. Δύο φαντάροι, ο Ματάτης και ο Μπέκιος, πήγαν φυλακή γι’ αυτό.5

Σημειώσεις

1. Λόχος Υποψήφιων Βαθμοφόρων.

2. Η έμφαση της επιμέλειας.

3. Για τις εργαζόμενες Φιλιππινέζες στην Ελλάδα, βλ. F. Dilara Demir και Andreas Bloom, «Working and Retiring with Dignity: A Study of Labour, Social Security and Pensions of Pilipina/o Workers in Greece», Rosa Luxemburg Stiftung, Αθήνα 2022 (https://rosalux.gr/wp-content/uploads/2022/11/Working-and-retiring-with-dignity.pdf). Βλ. επίσης Πηνελόπη Τοπάλη, «Εκεί ηρωίδα, εδώ Φιλιππινέζα: Γυναικεία μετανάστευση και εργασία στον λόγο των ΜΜΕ», Σύγχρονα Θέματα, 88, 2005: 72 – 83.

4. ΡΕΟ (REO): Παλιό στρατιωτικό μεταφορικό όχημα αμερικάνικης κατασκευής.

5. Το «Σαμποτάζ του Έβρου» συνέβη τον Ιούνιο του 1965. Οι Κώστας Ματάτης και Δημήτρης Μπέκιος συνελήφθησαν με πλαστές κατηγορίες και βασανίστηκαν με διαταγή του μελλοντικού δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου. Για το θέμα αυτό, βλ. Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Το “σαμποτάζ” του Έβρου χωρίς ζάχαρη: Μια απόπειρα αναψηλάφησης», Αρχειοτάξιο, 12, 2010: 132-160.

Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Παρά μόνο τις αλυσίδες: Οι ιστορίες του Γιάννη Φελέκη», το οποίο αποτελεί προϊόν συνεντεύξεων του Γιάννη Φελέκη στην Ελένη Λάλου και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα σε εισαγωγή – επιμέλεια και επιστημονική επιμέλεια της Ελένης Λάλου. Για τη διευκόλυνση της ανάγνωσης έχουμε προσθέσει δικούς μας μεσότιτλους.

Απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου:

«Προφορική ιστορία; Βιογραφία; Πρωτογενής πηγή και μαρτυρία; Κοινωνική ιστορία; Ιστορία της άκρας Αριστεράς; Πολιτική ιστορία; Πολιτισμική ιστορία; Φευγαλέες ματιές ενός υποκειμένου που βρέθηκε – άθελά του ή όχι – μπροστά σε μεγάλα γεγονότα; Ή είναι μια ιστορία που έχει συντεθεί από αυτοτελή διηγήματα που “τσακώνουν” τον άνθρωπο και τα πάθη του μπροστά σε ακραία διλήμματα και οριακές καταστάσεις;

Το βιβλίο ισορροπεί ανάμεσα σε όλα αυτά και μπορεί να διαβαστεί είτε ως μυθιστόρημα μαθητείας, ως βιογραφία, ως μια ιστορία της εργατικής τάξης ή ως ιστορία της άκρας Αριστεράς, ακόμη και ως ιστορία του ελληνικού μεταπολεμικού τροτσκισμού. Πάνω απ’ όλα όμως είναι μια αφήγηση της ζωής ενός αγωνιστή της εργατικής τάξης, που διεκδικεί να είναι και μια ιστορία των καταπιεσμένων».

Διαβάστε επίσης:

Το περιβαλλοντικό τίμημα της πύρινης κρίσης

Η Ευρώπη στεγνώνει: Ξηρασία, ενέργεια και επισιτιστική ασφάλεια – Η νέα πραγματικότητα από τη Βρετανία έως τον Δούναβη

O δρ. Άντονι Φάουτσι αρνήθηκε να καταθέσει σε επιτροπή της Γερουσίας για τον κορωνοϊό: Κατήγγειλε «εμμονική βεντέτα» εναντίον του 

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΚΥΡΙΑΚΗ 02.08.2026 08:36