search
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 28.08.2026 10:45
MENU CLOSE

Αγορά εργασίας δύο ταχυτήτων: Περισσότερες δουλειές, αλλά οι μισθοί δεν φτάνουν για αξιοπρεπή διαβίωση

28.08.2026 09:30
ergazomenoi-new

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Η ανεργία υποχωρεί, η απασχόληση αυξάνεται και οι επίσημοι δείκτες δείχνουν μια αγορά εργασίας που σταδιακά αφήνει πίσω της τις χειρότερες ημέρες της κρίσης. Πίσω, όμως, από τους αριθμούς διαμορφώνεται μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα: δουλειές υπάρχουν περισσότερες, αλλά για χιλιάδες εργαζομένους το εισόδημα παραμένει ανεπαρκές, η αγοραστική δύναμη πιέζεται και η επαγγελματική εξέλιξη εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο.

Αυτή ακριβώς τη δεύτερη όψη της ελληνικής αγοράς εργασίας αναδεικνύει μελέτη του Friedrich-Ebert-Stiftung (FES), η οποία δεν περιορίζεται στην εξέταση του αριθμού των θέσεων εργασίας, αλλά επιχειρεί να απαντήσει σε ένα πολύ πιο κρίσιμο ερώτημα: τι είδους θέσεις δημιουργούνται, πόσο πληρώνουν και κατά πόσο μπορούν να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι νέοι εργαζόμενοι. Η νεανική ανεργία έχει περιοριστεί σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ενώ μικρότερος είναι και ο αριθμός των νέων που βρίσκονται εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει λυθεί.

Ένα μεγάλο μέρος της νεότερης γενιάς εξακολουθεί να αναζητεί σταθερές θέσεις εργασίας, με αποδοχές αντίστοιχες των προσόντων και της εκπαίδευσής του. Για πολλούς νέους, η είσοδος στην αγορά εργασίας συνοδεύεται από χαμηλούς μισθούς, προσωρινές συμβάσεις ή θέσεις που απέχουν σημαντικά από το αντικείμενο των σπουδών τους.

Η μελέτη εντοπίζει ως μία από τις βασικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας την αναντιστοιχία ανάμεσα στα προσόντα του ανθρώπινου δυναμικού και στις θέσεις εργασίας που παράγει το υφιστάμενο παραγωγικό μοντέλο.

Οι νεότερες γενιές έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο σε σχέση με το παρελθόν, ωστόσο σημαντικό τμήμα της απασχόλησης εξακολουθεί να κατευθύνεται σε κλάδους χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας. Το αποτέλεσμα είναι πτυχιούχοι και εργαζόμενοι με εξειδίκευση να απασχολούνται σε θέσεις που είτε δεν αξιοποιούν τις γνώσεις τους είτε δεν τις ανταμείβουν οικονομικά.

Έτσι προκύπτει και ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της σημερινής αγοράς: από τη μία πλευρά επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δεν βρίσκουν προσωπικό και από την άλλη χιλιάδες εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν βρίσκουν δουλειές με μισθούς και συνθήκες που να δικαιολογούν την παραμονή τους σε αυτές.

Οι μισθοί ανεβαίνουν στα χαρτιά, το κόστος ζωής τα παίρνει πίσω

Το μεγαλύτερο πρόβλημα παραμένει το εισόδημα. Σύμφωνα με τη μελέτη, τόσο οι πραγματικές ακαθάριστες όσο και οι καθαρές αποδοχές στην Ελλάδα εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ ακόμη δεν έχουν καλυφθεί όλες οι απώλειες που προκάλεσε η πολυετής οικονομική κρίση.

Οι διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού έχουν ενισχύσει τις ονομαστικές αποδοχές, όμως το αποτέλεσμα στον οικογενειακό προϋπολογισμό είναι σαφώς μικρότερο από αυτό που δείχνουν οι αυξήσεις στα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας.

Η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και κυρίως στη στέγαση απορροφά σημαντικό μέρος των αυξήσεων. Σε πολλές περιπτώσεις, η βελτίωση του μισθού εξανεμίζεται πριν φτάσει στο τέλος του μήνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η «συμπίεση» της μισθολογικής κλίμακας. Εργαζόμενοι με πανεπιστημιακή εκπαίδευση, εμπειρία ή επαγγελματική εξειδίκευση αμείβονται σε αρκετές περιπτώσεις με ποσά που δεν απέχουν πολύ από τον κατώτατο μισθό.

Η εξέλιξη αυτή μειώνει στην πράξη την οικονομική ανταμοιβή της εκπαίδευσης και της ειδίκευσης. Παράλληλα, δημιουργεί αντικίνητρα για εργαζομένους που επένδυσαν χρόνια σε σπουδές και κατάρτιση, αλλά δεν βλέπουν αντίστοιχη διαφορά στις αποδοχές τους.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το φαινόμενο των λεγόμενων «εργαζόμενων φτωχών». Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν εργασία, ακόμη και πλήρους απασχόλησης, αλλά το εισόδημά τους δεν επαρκεί για να καλύψουν χωρίς δυσκολία βασικές ανάγκες.

Η στέγαση αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η μεγάλη αύξηση των ενοικίων έχει μετατρέψει το κόστος κατοικίας σε μία από τις βασικότερες δαπάνες των νοικοκυριών, με ιδιαίτερα βαριές συνέπειες για όσους έχουν χαμηλότερες αποδοχές.

Για πολλούς νέους, η απόκτηση οικονομικής αυτονομίας μετατίθεται διαρκώς. Η αποχώρηση από την οικογενειακή κατοικία, η δημιουργία δικού τους νοικοκυριού ή ακόμη και ο προγραμματισμός οικογένειας γίνονται δυσκολότερα όταν μεγάλο μέρος του μισθού πρέπει να κατευθυνθεί μόνο στο ενοίκιο.

Η αύξηση της απασχόλησης, επομένως, δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Συλλογικές συμβάσεις και το ανοιχτό μέτωπο του brain drain

Η μελέτη του FES εστιάζει και στη χαμηλή κάλυψη των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Το ποσοστό στην Ελλάδα παραμένει κάτω από το 25%-30%, απέχοντας σημαντικά από τον ευρωπαϊκό στόχο του 80%.

Για ένα μεγάλο κομμάτι του ιδιωτικού τομέα, οι μισθοί και οι υπόλοιποι όροι εργασίας εξακολουθούν να καθορίζονται σε επίπεδο ατομικής συμφωνίας εργοδότη και εργαζομένου. Η ανισορροπία στη διαπραγματευτική δύναμη είναι προφανής, ιδιαίτερα σε κλάδους όπου η κινητικότητα του προσωπικού είναι μεγάλη και οι αμοιβές χαμηλές.

Στην ίδια εικόνα εντάσσονται η μερική και η εκ περιτροπής απασχόληση, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αλλά και περιπτώσεις υπερωριακής απασχόλησης η οποία, σύμφωνα με όσα καταγράφονται στη μελέτη, είτε δεν δηλώνεται είτε δεν αμείβεται όπως προβλέπει η νομοθεσία.

Παράλληλα, η υποχώρηση της ανεργίας δεν έχει κλείσει το κεφάλαιο του brain drain. Η αιτία πλέον δεν είναι μόνο η αδυναμία εύρεσης οποιασδήποτε δουλειάς στην Ελλάδα. Για έναν νέο εργαζόμενο με υψηλή εξειδίκευση, η σύγκριση γίνεται μεταξύ των αποδοχών, των συνθηκών εργασίας και των προοπτικών εξέλιξης που προσφέρονται στην Ελλάδα και εκείνων που μπορεί να βρει στο εξωτερικό.

Εδώ η συζήτηση επιστρέφει αναπόφευκτα στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Τουρισμός, εστίαση και λιανεμπόριο εξακολουθούν να απορροφούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, όμως σημαντικό μέρος των θέσεων αυτών είναι εποχικού χαρακτήρα ή περιορισμένης εξειδίκευσης.

Αντίθετα, κλάδοι όπως η μεταποίηση, η τεχνολογία, η έρευνα και άλλες δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη σε τέτοια κλίμακα ώστε να συγκρατήσουν και να απορροφήσουν το υψηλά καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας.

Η μελέτη προτάσσει τέσσερις βασικές κατευθύνσεις: ισχυρότερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, καλύτερη σύνδεση της κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας, περισσότερες επενδύσεις σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και ουσιαστικότερους ελέγχους για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.

Το συμπέρασμα, πάντως, δύσκολα κρύβεται πίσω από τους βελτιωμένους δείκτες. Η μείωση της ανεργίας είναι σημαντική, αλλά από μόνη της δεν αρκεί για να θεωρηθεί υγιής μια αγορά εργασίας.

Το πραγματικό στοίχημα είναι διαφορετικό: οι νέες θέσεις να συνοδεύονται από μισθούς που δεν εξανεμίζονται από το ενοίκιο και την ακρίβεια, από μεγαλύτερη ασφάλεια και από πραγματικές προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης.

Γιατί στο τέλος η ποιότητα της εργασίας δεν κρίνεται μόνο από το αν κάποιος έχει μια θέση. Κρίνεται από το αν ο μισθός αυτής της θέσης του επιτρέπει να ζει και όχι απλώς να επιβιώνει.

Διαβάστε επίσης:

Μισθοί δύο ταχυτήτων: Στα 1.500 ευρώ οι «μεγάλοι», στα 1.076 ευρώ οι μικροί

Ηλεκτρονική τιμολόγηση: Η ΑΑΔΕ στέλνει τελεσίγραφο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις με βαριά πρόστιμα από Οκτώβριο

Κόβουν τα ψώνια οι Έλληνες: Κατέρρευσε κατά 3,7% ο τζίρος – Κινδυνεύουν χιλιάδες εμπορικά καταστήματα

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 28.08.2026 10:43