Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΣε ένα διαρκές παιχνίδι «καθρεφτών και καπνού» εξελίσσεται η αποτύπωση της ελληνικής οικονομίας στα χαρτιά του κρατικού προϋπολογισμού, με τους αριθμούς να ευημερούν πανηγυρικά και τους πολίτες να στενάζουν.
Η κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού για το 2027 από το οικονομικό επιτελείο αποκαλύπτει μια οξύμωρη πραγματικότητα: ενώ τα κρατικά ταμεία «πλημμυρίζουν» από φορολογικά έσοδα ως άμεσο απότοκο του επίμονου πληθωρισμού, νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν εγκλωβιστεί σε μια μέγγενη ακρίβειας, υψηλού κόστους ενέργειας και συρρικνωμένης αγοραστικής δύναμης.
Η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων οδηγεί το φετινό πρωτογενές πλεόνασμα σε επίπεδα – μαμούθ, αγγίζοντας το 3,6% του ΑΕΠ ή τα 9,548 δισ. ευρώ. Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί έναν περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο της τάξεως των 400 εκατ. ευρώ για την τρέχουσα και την ερχόμενη περίοδο. Ωστόσο, το θεμελιώδες ερώτημα που τίθεται με επιτακτικό τρόπο είναι κατά πόσον αυτά τα «ψίχουλα» στήριξης μπορούν να αναχαιτίσουν τις καταστροφικές επιπτώσεις του νέου κύματος ανατιμήσεων ή απλώς επιβεβαιώνουν τη σταθερή επιλογή της κυβέρνησης για επιδοματική πολιτική «πυροσβεστικού» χαρακτήρα αντί για μόνιμες και ουσιαστικές αυξήσεις στα εισοδήματα.
Ο μηχανισμός πίσω από την εκτίναξη του πρωτογενούς πλεονάσματος δεν αποτελεί μυστικό, αλλά την απόλυτη επιβεβαίωση μιας οικονομικής παραδοξότητας: η ακρίβεια είναι ο καλύτερος φοροσυλλέκτης του κράτους μέσω κυρίως του ΦΠΑ. Οι έμμεσοι φόροι, εκ φύσεως άδικοι και οριζόντιοι, επιβαρύνουν δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, καθώς τα νοικοκυριά αυτά δαπανούν το σύνολο του εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά επιβίωσης. Από τη φορολογική «αφαίμαξη», το οικονομικό επιτελείο ισχυρίζεται ότι εξασφάλισε έναν δημοσιονομικό χώρο περίπου 400 εκατομμυρίων ευρώ:
● 200 εκατομμύρια ευρώ προορίζονται για μέτρα στήριξης έως το τέλος του 2026, εστιάζοντας κυρίως στην επιδότηση των τιμολογίων ρεύματος για ευάλωτα νοικοκυριά και στην κάλυψη εκτάκτων αναγκών.
● 200 εκατομμύρια ευρώ θα αποτελέσουν το «μαξιλάρι» ασφαλείας για το πρώτο τρίμηνο του 2027 προκειμένου να απορροφηθούν πιθανές νέες αναταράξεις στη διεθνή αγορά ενέργειας.
Επαρκούν όμως αυτά τα ποσά; Η απάντηση της αγοράς και των παραγωγικών φορέων είναι κατηγορηματικά αρνητική.
Στον τομέα της ενέργειας, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου παραμένουν εξαιρετικά ασταθείς, επηρεαζόμενες από τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και τις δομικές αγκυλώσεις της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς ενέργειας. Ένα κονδύλι 200 εκατομμυρίων ευρώ για ένα ολόκληρο τρίμηνο μεταφράζεται σε ελάχιστα ευρώ ανά λογαριασμό για το μέσο νοικοκυριό – ποσό που εξανεμίζεται μέσα στις πρώτες ημέρες του μήνα από τις αυξήσεις στα είδη πρώτης ανάγκης.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες δεν λαμβάνουν ουσιαστική επιδότηση στο ενεργειακό τους κόστος, το βάρος είναι αβάσταχτο. Το λειτουργικό κόστος έχει εκτοξευθεί, την ώρα που η εγχώρια ζήτηση υποχωρεί λόγω της αποδυνάμωσης του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Η ακτινογραφία του προϋπολογισμού για την «τσέπη» των Ελλήνων δείχνει μια ξεκάθαρη αναλογικότητα: τα οφέλη είναι σταγονόμετρο, ενώ οι επιβαρύνσεις είναι μόνιμες και δομικές.
1. Εργαζόμενοι ιδιωτικού και δημόσιου τομέα
Τι κερδίζουν: Μια οριακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα από την άνοιξη του 2027, η οποία μεταφράζεται σε ελάχιστα ευρώ καθαρής αύξησης στον μηνιαίο μισθό (της τάξεως των 5 έως 12 ευρώ για τους μέσους μισθούς). Για τους δημοσίους υπαλλήλους προβλέπεται η καταβολή ενός επιδόματος Χριστουγέννων, το οποίο όμως απέχει παρασάγγας από την πλήρη επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού.
Τι χάνουν: Η ονομαστική αύξηση των μισθών εξουδετερώνεται πλήρως από τον λεγόμενο «δομικό πληθωρισμό» στα τρόφιμα και τα ενοίκια. Επιπλέον, λόγω της μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας, πολλοί εργαζόμενοι που λαμβάνουν μικρές ονομαστικές αυξήσεις «αλλάζουν φορολογικό κλιμάκιο», με αποτέλεσμα να πληρώνουν αναλογικά περισσότερο φόρο εισοδήματος (φορολογικός αφοπλισμός).
2. Επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες
Τι πληρώνουν: Το 2027 οι επιχειρήσεις θα κληθούν να καταβάλουν αυξημένους φόρους, καθώς το κράτος προσδοκά επιπλέον 1,3 δισ. ευρώ από τον φόρο νομικών προσώπων. Παράλληλα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες συνεχίζουν να επιβαρύνονται από το τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης, το οποίο επιβάλλει οριζόντιους φόρους ανεξαρτήτως πραγματικού εισοδήματος.
Το ενεργειακό αδιέξοδο: Χωρίς στοχευμένες επιδοτήσεις στο ρεύμα και το πετρέλαιο κίνησης, η μεταποίηση, ο αγροτικός τομέας και το λιανεμπόριο μετακυλίουν το αυξημένο κόστος παραγωγής στον τελικό καταναλωτή, συντηρώντας τον φαύλο κύκλο της ακρίβειας.
3. Συνταξιούχοι
Τι λαμβάνουν: Οι αυξήσεις στις συντάξεις για το 2027 θα κινηθούν πέριξ του 2,2% – 2,5% (βάσει του μαθηματικού τύπου ΑΕΠ και πληθωρισμού), ποσοστό που δεν καλύπτει τις πραγματικές αυξήσεις στα φάρμακα, τη στέγαση και τα είδη διατροφής. Παράλληλα, η προσωπική διαφορά συνεχίζει να «στερεί» την αύξηση από εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους, οι οποίοι αρκούνται σε εφάπαξ επιδόματα προσωπικής διαφοράς.
Ενώ το οικονομικό επιτελείο προβάλλει τους δείκτες ανάπτυξης (πέριξ του 2,3%) και τη μείωση του δημόσιου χρέους ως «success story», τα διεθνή και ευρωπαϊκά στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα για το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων. Η σύγκριση με τα υπόλοιπα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αμείλικτη:
1. Κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS): Η Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη στην προτελευταία θέση της Ε.Ε., ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία, ενώ σε ορισμένους επιμέρους δείκτες πραγματικής ατομικής κατανάλωσης βρίσκεται στην τελευταία θέση. Το αγοραστικό επίπεδο του Έλληνα πολίτη βρίσκεται στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, καταγράφοντας απόκλιση άνω του 30% από τις προηγμένες οικονομίες της Ευρωζώνης.
2. Κόστος στέγασης: Οι Έλληνες δαπανούν άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για έξοδα στέγης (ενοίκιο, λογαριασμοί, συντήρηση), το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη, όπου ο μέσος όρος κυμαίνεται στο 20%.
3. Απόκλιση μισθών και τιμών: Ενώ οι τιμές των βασικών αγαθών και της ενέργειας στην Ελλάδα έχουν συγκλίνει πλήρως ή και ξεπεράσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι σε επίπεδα προ κρίσης του 2010, όταν συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός.
Η χώρα βιώνει αυτό που οι οικονομικοί αναλυτές ονομάζουν «φτωχοποίηση των μισθωτών»: η οικονομία μεγεθύνεται σε απόλυτους αριθμούς ΑΕΠ λόγω επενδύσεων, τουρισμού και πληθωρισμού, αλλά ο πλούτος αυτός δεν διαχέεται στην κοινωνία, ούτε μετατρέπεται σε βιώσιμη αύξηση της αγοραστικής δύναμης.
Η δομική επιλογή της κυβέρνησης να διατηρεί υψηλά φορολογικά έσοδα και να επιστρέφει μέρος αυτών ως έκτακτα επιδόματα (Passes, επιδόματα προσωπικής διαφοράς, έκτακτες ενισχύσεις Χριστουγέννων) εξυπηρετεί δύο σκοπούς, έναν δημοσιονομικό και έναν πολιτικό:
● Δημοσιονομικά: Τα επιδόματα δεν δημιουργούν μόνιμες υποχρεώσεις για τον κρατικό προϋπολογισμό. Το κράτος μπορεί να τα κόψει ή να τα τροποποιήσει ανά πάσα στιγμή, διατηρώντας την εικόνα των «σφιχτών» δημόσιων οικονομικών απέναντι στους ξένους οίκους αξιολόγησης και τις Βρυξέλλες.
● Πολιτικά: Καλλιεργείται μια σχέση εξάρτησης των πολιτών από την κρατική «φιλανθρωπία». Αντί ο εργαζόμενος και ο συνταξιούχος να διεκδικούν αξιοπρεπείς μόνιμους μισθούς και συντάξεις που να καλύπτουν το κόστος ζωής, αναμένουν το επόμενο «pass» ή την έκτακτη επιδότηση για να πληρώσουν το ρεύμα.
Η τακτική αυτή, όμως, έχει φτάσει στα όριά της. Η κοινωνία εμφανίζει σημάδια έντονης κόπωσης. Η αντικατάσταση του κοινωνικού κράτους και των μόνιμων αυξήσεων από «voucher» δεν λύνει το πρόβλημα της ακρίβειας, αλλά απλώς αναβάλλει την κοινωνική έκρηξη, μεταθέτοντας το βάρος στο μέλλον.
Ο προϋπολογισμός του 2027 κατατίθεται σε ένα περιβάλλον αυξημένου ρίσκου. Η ολοκλήρωση της περιόδου εισροών από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) στο τέλος του 2026 αφαιρεί ένα σημαντικό «αναβολικό» από την ελληνική οικονομία. Από το 2027 και μετά, η διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από την εγχώρια παραγωγική βάση και τις ιδιωτικές επενδύσεις – δύο τομείς που πλήττονται καίρια από το υψηλό κόστος δανεισμού και την ακρίβεια.
Αν στο πεδίο αυτό προστεθεί μια νέα έξαρση στις τιμές της ενέργειας ή των τροφίμων, το «μαξιλάρι» των 400 εκατομμυρίων ευρώ θα εξαφανιστεί εν ριπή οφθαλμού. Το οικονομικό επιτελείο θα βρεθεί τότε μπροστά στο σκληρό δίλημμα: είτε θα πρέπει να προχωρήσει σε νέες περικοπές δαπανών για να διατηρήσει τα συμφωνημένα πλεονάσματα, είτε θα αναγκαστεί να παραδεχθεί ότι το μοντέλο της «ανάπτυξης μέσω της ακρίβειας» έφτασε στο αδιέξοδο τέλος του.
Ο νέος προϋπολογισμός επιβεβαιώνει ότι η κυβερνητική οικονομική πολιτική συνεχίζει να πορεύεται με δύο μέτρα και δύο σταθμά: γενναιόδωρη για τα κρατικά ταμεία και τους μεγάλους παρόχους, φειδωλή και επιδοματική για τη συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας. Όσο η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει στον πάτο της Ευρώπης, τα πρωτογενή πλεονάσματα των δισεκατομμυρίων δεν θα αποτελούν δείκτη ευημερίας, αλλά το μέτρο της κοινωνικής αδικίας.
Διαβάστε επίσης:
Το Ισραήλ τρία χρόνια μετά την 7η Οκτωβρίου
Από τον περιηγητικό τουρισμό στον υπερτουρισμό – Μέρος πρώτο
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.