Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΜε τα δύο πολιτικά μπλοκ να μην εξασφαλίζουν αυτοδυναμία, τα κόμματα βρίσκονται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: Να σπάσουν το ταμπού της συνεργασίας με τα αραβικά κόμματα ή να οδηγήσουν τη χώρα ξανά στις κάλπες.
Καθώς τόσο το κυβερνητικό όσο και το αντιπολιτευόμενο μπλοκ στο Ισραήλ αποτυγχάνουν να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη πλειοψηφία στις εκλογές, ενώ κανένα από τα δύο δεν φαίνεται διατεθειμένο να συμμαχήσει με τα αραβικά κόμματα που θα μπορούσαν να του επιτρέψουν να σχηματίσει κυβέρνηση, εντείνονται οι συζητήσεις για τη μελλοντική σύνθεση της κυβέρνησης.
Η ψηφοφορία της Τρίτης, η οποία χαρακτηρίστηκε ως μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία του Ισραήλ, οδήγησε τη συμμετοχή στο 77,7% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων — το υψηλότερο ποσοστό από το 1999.
Με σχεδόν το 85% των ψήφων καταμετρημένο έως το απόγευμα της Τετάρτης, ο απερχόμενος κυβερνητικός συνασπισμός υπό τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, με επίκεντρο το κόμμα του Λικούντ, είχε εξασφαλίσει 53 έδρες, λιγότερες από τις 61 που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Η αυτοαποκαλούμενη σιωνιστική αντιπολίτευση, με επικεφαλής τον πρώην αρχηγό του γενικού επιτελείου των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, συγκεντρώνοντας κόμματα με διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις — από τους σχετικά αριστερούς Δημοκρατικούς του Γιαΐρ Γκολάν έως το ακροδεξιό κόμμα Γισραέλ Μπεϊτένου του Άβιγκντορ Λίμπερμαν — συγκέντρωνε 48 έδρες, επίσης χωρίς να διαθέτει κυβερνητική πλειοψηφία στην 120μελή Κνεσέτ.
Τον ρυθμιστικό ρόλο, τουλάχιστον θεωρητικά, διατηρούν τα δύο κόμματα με κυρίαρχη αραβική εκλογική βάση, το Ραάμ και η Κοινή Λίστα, τα οποία διαθέτουν συνολικά 19 έδρες. Πρόκειται για αριθμό υπεραρκετό ώστε να προσφέρουν σε οποιοδήποτε από τα δύο μπλοκ την πλειοψηφία που απαιτείται για την εκλογή προέδρου της Κνεσέτ, την ψήφιση νομοθεσίας και τον σχηματισμό μιας λειτουργικής κυβέρνησης.

Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν είναι οριστικά. Η τελική καταμέτρηση αναμενόταν να ολοκληρωθεί έως την Παρασκευή, ενώ τα επίσημα αποτελέσματα επρόκειτο να δημοσιευθούν στις 4 Νοεμβρίου.
Οι επόμενες εξελίξεις εξαρτώνται τόσο από τις πολιτικές διαπραγματεύσεις όσο και από τις θεσμικές διαδικασίες.
Ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτσογκ, θα διαβουλευθεί με τους επικεφαλής των κομμάτων για το ποιον επιθυμούν να αναλάβει την πρωθυπουργία. Στη συνέχεια, θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον υποψήφιο που θεωρεί ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να συγκροτήσει συνασπισμό.
Ο εντολοδόχος θα έχει 28 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση, με δυνατότητα παράτασης κατά 14 ημέρες.
Εάν αποτύχει, η εντολή μπορεί να περάσει σε άλλο μέλος της Κνεσέτ. Αν αποτύχει και η δεύτερη προσπάθεια, το κοινοβούλιο διαλύεται και οι Ισραηλινοί επιστρέφουν στις κάλπες, ενώ το υφιστάμενο υπουργικό συμβούλιο παραμένει στην εξουσία ως υπηρεσιακή κυβέρνηση.
Η συμμετοχή των Παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ, οι οποίοι αποτελούν περίπου το ένα πέμπτο του συνολικού πληθυσμού, έφτασε, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, περίπου στο 80% — ποσοστό επίσης υψηλότερο από εκείνο του 1999.
Αναλυτές υποστηρίζουν ότι η αυξημένη συμμετοχή τροφοδοτήθηκε από τη σκληρή μεταχείριση της ισραηλινοπαλαιστινιακής μειονότητας από την κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Λικούντ, η οποία εντάθηκε σημαντικά μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, που πυροδότησε τον γενοκτονικό πόλεμο του Ισραήλ στη Γάζα.
Η απερχόμενη κυβέρνηση Νετανιάχου είναι η πιο δεξιά στην ιστορία του Ισραήλ, με τη συμμετοχή ακροδεξιών πολιτικών όπως ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και ο υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς. Οι πολιτικές και η ρητορική τους απέναντι στους Παλαιστινίους έχουν, ουσιαστικά, λειτουργήσει ως μηχανισμός ενίσχυσης των αραβικών κομμάτων.
Οι αναλυτές αποδίδουν την ισχυρή εκλογική επίδοση των αραβικών κομμάτων και σε μια καλά οργανωμένη εκστρατεία, η οποία επικεντρώθηκε στις διεκδικήσεις της παλαιστινιακής κοινότητας του Ισραήλ και στην προοπτική να αποκτήσει ισχυρότερη φωνή στην Κνεσέτ.
«Η ύπαρξη μόλις δύο καλά οργανωμένων εκλογικών συνδυασμών βελτίωσε σημαντικά την αποτελεσματικότητα της συγκέντρωσης ψήφων και της κινητοποίησης σε τοπικό επίπεδο — ιδιαίτερα για το Ραάμ, το ισλαμιστικό κόμμα, το οποίο πραγματοποίησε μια πολύ πιο αποτελεσματική εκστρατεία από ό,τι συνήθως», δήλωσε στο Al Jazeera ο Ρόι Ζουρ, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Έσεξ και ειδικός στην εκλογική συμπεριφορά και τις εκλογικές στρατηγικές στο Ισραήλ.
«Η ευρύτερη αλλαγή, ωστόσο, έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο οι ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται τη θέση τους στην ισραηλινή πολιτική», πρόσθεσε ο Ζουρ, «ιδιαίτερα μετά την 7η Οκτωβρίου και τον πόλεμο που ακολούθησε».
«Από τη μία πλευρά, πολλοί ψηφοφόροι αισθάνονται περισσότερο ενταγμένοι στην ισραηλινή κοινωνία. Αυτό οφείλεται στις αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο η κοινή γνώμη επεξεργάστηκε τόσο τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου όσο και τις πολιτικές που ακολούθησαν, γεγονός που τους έκανε να αισθάνονται περισσότερο συνδεδεμένοι με το πολιτικό σύστημα».
Ωστόσο, και τα δύο μπλοκ διεξήγαγαν προεκλογικές εκστρατείες τις οποίες οι επικριτές τους χαρακτήρισαν βαθιά ρατσιστικές.
Το Λικούντ αφιέρωσε μεγάλο μέρος της προεκλογικής περιόδου σε ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς ότι η αντιπολίτευση σχεδίαζε να σχηματίσει κυβέρνηση βασιζόμενη στα αραβικά κόμματα μετά τις εκλογές, ενώ παράλληλα επιδίωξε να αποκλείσει την Κοινή Λίστα από την εκλογική διαδικασία.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ο Λίμπερμαν απέκλεισε το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας τόσο με τα αραβικά όσο και με τα υπερορθόδοξα εβραϊκά κόμματα, γνωστά ως Χαρεντίμ.

Παράλληλα, ο Ναφτάλι Μπένετ, επικεφαλής του κόμματος Μαζί, του οποίου η κυβέρνηση του 2021-2022 περιλάμβανε το Ραάμ, δήλωσε σε συνέδριο ακτιβιστών ότι «δεν υπάρχει εντολή» για τον σχηματισμό κυβέρνησης με αραβικά κόμματα μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.
«Το μπλοκ της “αντιπολίτευσης” εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να νικήσει τον Μπίμπι αν γίνει μια πιο ήπια εκδοχή του ίδιου του Μπίμπι, χωρίς να προσφέρει ουσιαστική εναλλακτική λύση ή ελπίδα», δήλωσε ο πρώην κυβερνητικός σύμβουλος Ντάνιελ Λέβι, χρησιμοποιώντας το καθιερωμένο προσωνύμιο του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
«Στην πραγματικότητα, η αντιπολίτευση πήρε αυτό που της άξιζε», πρόσθεσε, υποστηρίζοντας ότι θα είχε κερδίσει τις εκλογές εάν η δέσμευση των μελών της να απομακρύνουν τον Νετανιάχου υπερίσχυε της προσήλωσής τους σε μια ρατσιστική, εθνοκεντρική εκδοχή του σιωνισμού.
Ο Λέβι διακρίνει τέσσερα πιθανά σενάρια για την επόμενη ημέρα, χωρίς συγκεκριμένη σειρά πιθανότητας:
«Ακόμη κι αν ανακοινώσουν ότι η κυβέρνηση θα έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, μέχρι τις επόμενες εκλογές, οι απαιτήσεις των αραβικών κομμάτων δεν θα είναι ιδιαίτερα υψηλές», σημείωσε, διευκρινίζοντας ότι θεωρεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο απίθανο.
Το κατά πόσο θα υπάρξουν αποστασίες βουλευτών παραμένει αβέβαιο, σε μια κοινωνία που θεωρείται βαθιά πολωμένη.
Μεγάλο μέρος της προεκλογικής εκστρατείας του μπλοκ Άιζενκοτ — και, κατ’ επέκταση, της εκλογικής του απήχησης — βασίστηκε στην αντίθεση προς την de facto εξαίρεση των υπερορθόδοξων Εβραίων από τη στρατιωτική θητεία, την οποία προσφέρει η κυβέρνηση υπό το Λικούντ στα υπερορθόδοξα κόμματα με αντάλλαγμα την κοινοβουλευτική τους στήριξη.
Παράλληλα με τις πιέσεις για την επέκταση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας στους υπερορθόδοξους νέους, ενισχύθηκαν οι εκκλήσεις για τη σύσταση ανεξάρτητης επιτροπής έρευνας σχετικά με τις φερόμενες αποτυχίες ασφαλείας της κυβέρνησης πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.

Οι εκκλήσεις αυτές έγιναν ακόμη πιο επιτακτικές μετά τις αναφορές για φερόμενες προειδοποιήσεις που είχαν διατυπωθεί εκ των προτέρων από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Αίγυπτο.
«Νομίζω ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να δούμε τον Άιζενκοτ να συνεργάζεται με οποιονδήποτε από το στρατόπεδο του Νετανιάχου, εξαιτίας του ζητήματος της στρατιωτικής θητείας των υπερορθόδοξων και εξαιτίας της 7ης Οκτωβρίου», δήλωσε η Μάιραβ Ζονσάιν, αναλύτρια της International Crisis Group.
«Οι βασικές του απαιτήσεις είναι μια κρατική επιτροπή έρευνας και η καθολική στρατιωτική θητεία για όλους. Επομένως, δεν θα μπορούσε να συνεργαστεί με πολλούς από τους πιθανούς εταίρους σε εκείνο το στρατόπεδο, συμπεριλαμβανομένου του Νετανιάχου», πρόσθεσε.
«Ωστόσο, ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν είναι διαφορετικές περιπτώσεις», σημείωσε, αναφερόμενη στο γεγονός ότι ο Μπένετ είχε ήδη μεταβάλει τη στάση του μία φορά, όταν συνεργάστηκε με το Ραάμ το 2021, παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις του.
«Ο Λίμπερμαν, όσο κι αν μισεί τον Νετανιάχου, είναι επίσης ένας πολιτικός της σκληρής δεξιάς», ανέφερε, σχολιάζοντας το ενδεχόμενο το κόμμα Γισραέλ Μπεϊτένου να συμμαχήσει με το Λικούντ, προκειμένου να αποτρέψει την επικράτηση πολιτικών με πιο φιλελεύθερο προσανατολισμό.
Προς το παρόν, οι εικασίες συνεχίζονται.
Για ορισμένους, μεταξύ αυτών και ο Λέβι, περιλαμβάνουν ακόμη και το ενδεχόμενο η κυβέρνηση Νετανιάχου να επιδιώξει στρατιωτική κλιμάκωση, ενδεχομένως εναντίον του Ιράν, χρησιμοποιώντας την ως πρόσχημα για τη συγκρότηση κυβέρνησης έκτακτης ανάγκης.
Για άλλους, όπως ο Ισραηλινός πολιτικός ψυχολόγος Ντάνιελ Μπαρ-Ταλ του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, η έκβαση θα εξαρτηθεί από την πιο πεζή, αλλά καθοριστική, αριθμητική των κυβερνητικών συνασπισμών.
«Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή στην ιστορία του Ισραήλ», δήλωσε ο Μπαρ-Ταλ, αναλογιζόμενος τις πολλές ευκαιρίες που έχασε η αντιπολίτευση για να αναλάβει την εξουσία.
«Είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς τι θα συμβεί, επειδή η πλειονότητα των Ισραηλινών είναι δεξιοί, ρατσιστές, θρησκευόμενοι και εθνικιστές», ανέφερε.
Στη συνέχεια, συνόψισε το κεντρικό δίλημμα που αντιμετωπίζει μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας την επομένη των εκλογών:
«Θέλουν αλλαγή, αλλά δεν θέλουν να συνεργαστούν με τα αραβικά κόμματα».
Διαβάστε επίσης:
Σερβία: Σεσημασμένος τρομοκράτης ο δράστης της επίθεσης στην πρεσβεία του Ισραήλ
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.