Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΜια πολιτική σύγκρουση που μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνη από όσο αρχικά φαίνεται άνοιξε ξαφνικά ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα. Με αφορμή τους ποινικούς κώδικες του 2019, οι δύο πολιτικοί αντίπαλοι πέρασαν σε μια αντιπαράθεση με επίκεντρο τη διαφθορά, τη διαπλοκή, την εγκληματικότητα και τις σχέσεις της πολιτικής εξουσίας με οικονομικά συμφέροντα.
Μόνο που το πραγματικό διακύβευμα δεν βρίσκεται τόσο στο παρελθόν όσο στο μέλλον. Και ειδικότερα στη μάχη για το ποιος θα εμφανιστεί στις επόμενες εκλογές ως ο αυθεντικός εκφραστής της κάθαρσης και ποιος θα βρεθεί απολογούμενος για τις σχέσεις του με το σύστημα εξουσίας.
Ο Μητσοτάκης επέλεξε να μεταφέρει τη σύγκρουση στο γήπεδο που είχε ήδη διαλέξει ο Τσίπρας. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πολιτική εξέλιξη.
Ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ επιχειρεί να οικοδομήσει την αντιπολιτευτική του στρατηγική γύρω από τη διαφθορά, τη διαπλοκή και την ανάγκη αλλαγής του συστήματος διακυβέρνησης. Πρόκειται για πεδίο ιδιαίτερα δύσκολο για την κυβέρνηση, εξαιτίας των σκανδάλων και των σοβαρών αμφισβητήσεων που έχει δεχθεί η αξιοπιστία της.
Αντί, όμως, να περιοριστεί στην υπεράσπιση του κυβερνητικού έργου, ο πρωθυπουργός επιχειρεί κάτι διαφορετικό: να αμφισβητήσει ευθέως το ηθικό πλεονέκτημα που επικαλείται ο αντίπαλός του, να τον καταστήσει και εκείνον υπόλογο για επιλογές της δικής του διακυβέρνησης και να εξουδετερώσει ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά όπλα του.
Το ερώτημα είναι εάν πρόκειται για μια συνειδητή στρατηγική κλιμάκωσης ή για μια αντιπαράθεση που, από τη στιγμή που άρχισε, μπορεί να αποκτήσει τη δική της δυναμική.
Η αφορμή δόθηκε από τις χθεσινές παρεμβάσεις του πρωθυπουργού, αρχικά στη συνέντευξή του στον Alpha και στη συνέχεια στην εκδήλωση για τη συμπλήρωση δύο χρόνων λειτουργίας της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέφερε την υπόθεση της αλλαγής των ποινικών κωδίκων λίγο πριν από τις εκλογές του 2019, κατηγορώντας πολιτικά την κυβέρνηση Τσίπρα για ευνοϊκότερη αντιμετώπιση συγκεκριμένων αδικημάτων.
Στη ραδιοφωνική του συνέντευξη αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις ποινές για τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, τον ομαδικό βιασμό και την παθητική δωροδοκία, υποστηρίζοντας ότι οι αλλαγές του 2019 είχαν οδηγήσει σε ελαφρύτερες ποινικές μεταχειρίσεις.
Συνέδεσε μάλιστα αυτές τις επιλογές με τον χαρακτηρισμό «αρχιερέας της διαφθοράς και της διαπλοκής», τον οποίο είχε χρησιμοποιήσει ο Αλέξης Τσίπρας εναντίον του.
Λίγο αργότερα, στην εκδήλωση για το λεγόμενο «ελληνικό FBI», επανήλθε, κάνοντας λόγο για εποχές κατά τις οποίες άλλες κυβερνήσεις αποφυλάκιζαν κρατουμένους και άλλαζαν προς το ευνοϊκότερο τους ποινικούς κώδικες λίγο πριν από τις εκλογές.
Δεν παρέλειψε, μάλιστα, να χρησιμοποιήσει τον όρο «rebranding», καθιστώντας απολύτως σαφές ότι στόχος του ήταν προσωπικά ο Αλέξης Τσίπρας.
Ωστόσο υπάρχουν αντιφάσεις και ερωτήματα. Οι ποινικοί κώδικες του 2019 δεν υπήρξαν ένα νομοθέτημα που συντάχθηκε αποκλειστικά από την τότε πολιτική ηγεσία. Αποτέλεσαν προϊόν πολυετούς επεξεργασίας από νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, στις οποίες συμμετείχαν διακεκριμένοι νομικοί επιστήμονες, με προεργασία που είχε αρχίσει αρκετά χρόνια πριν.
Αυτό δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση Τσίπρα από την πολιτική ευθύνη για την τελική ψήφισή τους. Καθιστά, όμως, προβληματική την παρουσίαση ολόκληρης της μεταρρύθμισης ως μιας σχεδιασμένης πολιτικής παρέμβασης υπέρ συγκεκριμένων συμφερόντων.
Επιπλέον, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που βρίσκεται στην εξουσία από το 2019, δεν κατήργησε συνολικά τους νέους κώδικες. Προχώρησε σε αλλεπάλληλες τροποποιήσεις, μεταξύ των οποίων και αυστηροποιήσεις ποινών, διατηρώντας όμως τη βασική νομοθετική τους δομή.
Άρα, γιατί ο πρωθυπουργός επιλέγει να επαναφέρει σήμερα, επτά χρόνια αργότερα, μια υπόθεση που έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης;
Η απάντηση ενδέχεται να βρίσκεται λιγότερο στο ποινικό δίκαιο και περισσότερο στην εκλογική στρατηγική. Ο Μητσοτάκης θέλει να αφαιρέσει από τον Τσίπρα τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως ο αποκλειστικός κατήγορος ενός διεφθαρμένου συστήματος. Να υπενθυμίσει ότι και ο ίδιος κυβέρνησε, έλαβε αποφάσεις και μπορεί να κληθεί να δώσει εξηγήσεις.
Και, κυρίως, να μετατρέψει τη συζήτηση από το ποιος ευθύνεται για τη σημερινή διαφθορά στο ερώτημα ποιος έχει πραγματικά το δικαίωμα να καταγγέλλει τον άλλον.
Η απάντηση του Αλέξη Τσίπρα υπήρξε ασυνήθιστα σκληρή και προσωπική. Με βιντεοσκοπημένη δήλωση, ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ επανέφερε την υπόθεση των υποκλοπών και τον ρόλο του Γρηγόρη Δημητριάδη, ενώ υπερασπίστηκε τη διαδικασία σύνταξης των ποινικών κωδίκων.
Επέμεινε ότι η μεταρρύθμιση υπήρξε αποτέλεσμα της εργασίας πολυμελούς επιστημονικής επιτροπής και όχι προσωπική επιλογή του ιδίου ή της τότε κυβέρνησης. Και στη συνέχεια πέρασε στην αντεπίθεση.
«Ονόματα και διευθύνσεις», απαίτησε από τον πρωθυπουργό, καλώντας τον να προσδιορίσει ποια συμφέροντα υπονοεί ότι εξυπηρέτησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν η επιλογή του να επαναφέρει μια συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, τον Νοέμβριο του 2019, σχετικά με την ποινική δίωξη τραπεζικών στελεχών.
Ο Τσίπρας κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι με την τροποποίηση εκείνη προσέφερε ουσιαστικά ποινική προστασία στους τραπεζίτες, αντιπαραβάλλοντας τη συγκεκριμένη επιλογή με τις αιτιάσεις εναντίον του για τους ποινικούς κώδικες.
Και κάπως έτσι η αντιπαράθεση αποκτά μια διαφορετική, πολύ πιο ευαίσθητη διάσταση. Διότι η αναφορά στα «γραμμάτια» και η απαίτηση για «ονόματα και διευθύνσεις» δεν περιορίζονται πλέον σε μια διαφωνία για τις ποινές ή την εγκληματικότητα.
Παραπέμπουν ευθέως στο ερώτημα ποιοι οικονομικοί παράγοντες ενδέχεται να ωφελήθηκαν από κυβερνητικές αποφάσεις και ποιες σχέσεις διατηρούσαν με την πολιτική εξουσία.
Και αυτό είναι ένα πεδίο στο οποίο οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση μπορεί να έχει συνέπειες πέρα από τα κομματικά επιτελεία.
Υπάρχει, λοιπόν, μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πολιτική παράμετρος, η οποία δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι έχει υπολογιστεί πλήρως από τους δύο αντιπάλους.
Τι συμβαίνει όταν δύο πρώην και νυν πρωθυπουργοί αρχίζουν να ανταλλάσσουν αιχμές για εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων;
Ποιοι μπορεί να θεωρήσουν ότι φωτογραφίζονται από τις καταγγελίες; Υπάρχει ενδεχόμενο να πάει η αντιπαράθεση σε υπαρκτές ή ανύπαρκτες προνομιακές σχέσεις, συμφωνίες, νομοθετικές διευκολύνσεις ή πολιτικές εξαρτήσεις; Δεν υπάρχουν, μέχρι στιγμής, στοιχεία που να επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι συγκεκριμένοι επιχειρηματικοί παράγοντες έχουν εμπλακεί στη σημερινή σύγκρουση ή ότι δέχονται οργανωμένα μηνύματα από κάποια πλευρά.
Ωστόσο, η πολιτική σημασία των υπαινιγμών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη μιας τέτοιας συνεννόησης. Μια δημόσια καταγγελία μπορεί να λειτουργήσει ως μήνυμα ακόμη και όταν δεν έχει σχεδιαστεί ως τέτοιο. Και μια αντιπαράθεση για τη διαπλοκή γρήγορα μπορεί να πάει σε ακρότητες.
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ρίσκο της επιλογής Μητσοτάκη. Επιχειρώντας να αποδυναμώσει την αντικυβερνητική επιχειρηματολογία του Τσίπρα, ανοίγει μια συζήτηση στην οποία αναπόφευκτα θα τεθούν και οι επιλογές της δικής του κυβέρνησης. Και ο Τσίπρας, από την πλευρά του, δείχνει αποφασισμένος να μη μείνει στην άμυνα, αλλά να μεταφέρει την αντιπαράθεση στις σχέσεις της σημερινής εξουσίας με τον τραπεζικό και επιχειρηματικό κόσμο.
Το ερώτημα είναι αν οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν συντεταγμένα πολιτικά μηνύματα, επιχειρώντας να διερευνήσουν τα όρια της άλλης, ή αν βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά από «τυφλά χτυπήματα», των οποίων οι συνέπειες δεν μπορούν να προβλεφθούν. Και στις δύο περιπτώσεις, το πολιτικό ρίσκο είναι σημαντικό.
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η σύγκρουση προσφέρει μια δυνατότητα αλλά κρύβει και μια παγίδα. Η δυνατότητα είναι να αποδομήσει την εικόνα του Αλέξη Τσίπρα ως πολιτικού που επιστρέφει για να συγκρουστεί με τη διαφθορά και τη διαπλοκή. Να τον υποχρεώσει να υπερασπιστεί την περίοδο της δικής του διακυβέρνησης και να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της νέας αντιπολιτευτικής του ταυτότητας.
Η παγίδα είναι ότι η διαφθορά αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο πεδίο αντιπαράθεσης για μια κυβέρνηση που βρίσκεται ήδη επτά χρόνια στην εξουσία. Ο πρωθυπουργός μπορεί να επικαλείται τις επιτυχίες των διωκτικών αρχών, την αποκάλυψη εγκληματικών κυκλωμάτων και την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου. Όμως, η αποκάλυψη της παρανομίας δεν απαντά αυτομάτως στα ερωτήματα για τις πολιτικές ευθύνες, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και τις σχέσεις της εξουσίας με τα οικονομικά συμφέροντα.
Από την άλλη πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι η επίκληση του ηθικού πλεονεκτήματος αρκεί για να εξουδετερώσει κάθε κριτική για τις επιλογές της περιόδου 2015-2019. Και οι δύο, επομένως, μπαίνουν σε ένα παιχνίδι αμοιβαίας αμφισβήτησης, στο οποίο κανείς δεν διαθέτει εκ των προτέρων εξασφαλισμένη υπεροχή.
Υπάρχει και μια ακόμη αντίφαση. Ενώ η χώρα αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρά ζητήματα διαφάνειας, θεσμικής λειτουργίας και λογοδοσίας, ο πρωθυπουργός επιλέγει να μεταφέρει το κέντρο της αντιπαράθεσης σε μια νομοθετική μεταρρύθμιση του 2019. Πρόκειται για επιλογή που μπορεί να εξυπηρετεί την πολιτική του στόχευση, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί την εντύπωση ότι η συζήτηση για τη σημερινή διαφθορά επιχειρείται να μετατραπεί σε αναμέτρηση για τις ευθύνες του παρελθόντος. Σε συμψηφισμό δηλαδή. Και αυτό δεν βοηθά ποτέ μία κυβέρνηση 7 και 8 ετών.
Και όπως επισημαίνει έμπειρος πολιτικός παράγοντας, «σε έναν πόλεμο για τη διαφθορά και τη διαπλοκή, το μεγαλύτερο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα κερδίσει πολιτικά, αλλά και ποιοι άλλοι μπορεί να αναγκαστούν να πάρουν θέση».
Διαβάστε επίσης:
Με δηλώσεις Κοντονή απάντησε ο Μαρινάκης στον Τσίπρα για τον ποινικό κώδικα
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.