Ισορροπίες τρόμου στη Μέση Ανατολή: «Πράξη επιθετικότητας» και τα περιορισμένα πλήγματα, διαμηνύει η Τεχεράνη
Το Ιράν προειδοποίησε σήμερα ότι θα θεωρήσει οποιαδήποτε επίθεση στο έδαφός του, συμπεριλαμβανομένων περιορισμένων επιθέσεων, «πράξη επιθετικότητας», σε μια περίοδο που η Ουάσιγκτον αυξάνει τη στρατιωτική της πίεση κατά της Τεχεράνης.
Απαντώντας σήμερα σε αυτή τη δήλωση, ο Εσμαΐλ Μπαγαΐ, σε συνέντευξη Τύπου στην Τεχεράνη, τόνισε: «Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα σχετικά με ένα περιορισμένο πλήγμα, δεν υπάρχει περιορισμένο πλήγμα». Μια πράξη επιθετικότητας θα θεωρηθεί πράξη επιθετικότητας. Τελεία και παύλα».
Οι ισορροπίες, τα διλήμματα και το ραντεβού της Γενεύης
Η ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εισέρχεται σε μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις των τελευταίων ετών, με τον Ντόναλντ Τραμπ να κρατά στο τραπέζι το ενδεχόμενο στρατιωτικού πλήγματος, ενώ ταυτόχρονα εξελίσσονται παρασκηνιακές και επίσημες διπλωματικές επαφές.
Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, ο Λευκός Οίκος εξετάζει σενάρια που φτάνουν ακόμη και σε άμεση στρατιωτική δράση. Ωστόσο, το χρονοδιάγραμμα φαίνεται να συνδέεται με δύο καθοριστικούς παράγοντες: την πορεία των διαπραγματεύσεων και την πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή.
Κομβικό ορόσημο αποτελεί ο νέος γύρος συνομιλιών ΗΠΑ–Ιράν στη Γενεύη, με μεσολάβηση του Ομάν. Η Ουάσιγκτον αναμένει συγκεκριμένη, γραπτή πρόταση από την Τεχεράνη για το πυρηνικό της πρόγραμμα. Αν η πρόταση κριθεί ανεπαρκής ή προσχηματική, τότε το σενάριο στρατιωτικής κλιμάκωσης θα ενισχυθεί σημαντικά.
Παράλληλα, πληροφορίες αναφέρουν ότι η πλήρης ανάπτυξη αμερικανικών ναυτικών και αεροπορικών μέσων στην ευρύτερη περιοχή – συμπεριλαμβανομένης της παρουσίας αεροπλανοφόρου – αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός των επόμενων εβδομάδων. Αυτό τοποθετεί ένα πιθανό «παράθυρο» στρατιωτικής επιλογής από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τα μέσα Μαρτίου, εφόσον το διπλωματικό σκέλος δεν αποδώσει.
Διχασμός στο στρατόπεδο Τραμπ
Στο εσωτερικό της αμερικανικής διοίκησης καταγράφεται σαφής διάσταση απόψεων. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η πτέρυγα που θεωρεί ότι μια συμφωνία, έστω περιορισμένης εμβέλειας, είναι προτιμότερη από μια ανοιχτή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, μαζί με τον ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ και τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε ένα άμεσο χτύπημα. Οι ανησυχίες τους εστιάζουν στον κίνδυνο ιρανικών αντιποίνων εναντίον αμερικανικών στόχων στην περιοχή, αλλά και στις γεωοικονομικές συνέπειες, όπως μια εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου.
Από την άλλη πλευρά, στελέχη όπως ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Μάικ Γουόλτς και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο υιοθετούν σκληρότερη γραμμή. Εκφράζουν έντονο σκεπτικισμό για τη δυνατότητα μιας συμφωνίας που θα αποτρέψει ουσιαστικά την Τεχεράνη από το να προσεγγίσει το κατώφλι της πυρηνικής οπλοποίησης. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και επιφανείς Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές, που ζητούν ξεκάθαρη στάση και πίεση χωρίς υποχωρήσεις.
Ο ίδιος ο Τραμπ φαίνεται να ισορροπεί ανάμεσα στις δύο γραμμές: διατηρεί την απειλή της στρατιωτικής ισχύος ως μοχλό πίεσης, χωρίς όμως να έχει λάβει οριστική απόφαση.
Το μέλλον των διαπραγματεύσεων
Το Ιράν, από την πλευρά του, ακολουθεί διπλή στρατηγική. Στο διπλωματικό επίπεδο εμφανίζεται διατεθειμένο να εξετάσει τεχνικές κινήσεις, όπως η αραίωση ή η υποβάθμιση της καθαρότητας μέρους του εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει, χωρίς ωστόσο να αποδεχθεί την εξαγωγή του εκτός χώρας.
Ταυτόχρονα, ενισχύει την αμυντική της θωράκιση και καλλιεργεί συμμαχίες, στέλνοντας μήνυμα αποτροπής σε περίπτωση επίθεσης. Στο εσωτερικό, η ιρανική ηγεσία καλείται να διαχειριστεί κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις, γεγονός που επηρεάζει και το εύρος των διαπραγματευτικών της ελιγμών.
Διαβάστε επίσης: