Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Η ενεργειακή κρίση που πυροδοτεί η νέα γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα: πόσο ανθεκτικό είναι πραγματικά το ενεργειακό της σύστημα απέναντι σε διεθνείς αναταράξεις. Ο πόλεμος στο Ιράν και οι πιθανές επιπτώσεις στις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου αναδεικνύουν τόσο την πρόοδο που έχει κάνει η χώρα στην ενεργειακή μετάβαση όσο και τις δομικές της εξαρτήσεις.
Η Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έχει αλλάξει ριζικά το ενεργειακό της μίγμα στην ηλεκτροπαραγωγή. Εκεί όπου ο λιγνίτης κυριαρχούσε για δεκαετίες, σήμερα κυριαρχούν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και το φυσικό αέριο. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη σημαντική μεταβολή παραμένει μια βαθύτερη πραγματικότητα: η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα καύσιμα.
Αν εξετάσει κανείς μόνο την ηλεκτροπαραγωγή, η εικόνα είναι σαφώς πιο «πράσινη» από ό,τι στο παρελθόν. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, περίπου το μισό της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται στην Ελλάδα προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.
Περίπου το 48% της παραγωγής καλύπτεται από ανανεώσιμες πηγές όπως αιολικά και φωτοβολταϊκά, ενώ περίπου το 41% προέρχεται από μονάδες φυσικού αερίου. Τα μεγάλα υδροηλεκτρικά καλύπτουν περίπου το 5% της παραγωγής, ενώ ο λιγνίτης έχει περιοριστεί πλέον σε ποσοστό κοντά στο 4%. Αν προστεθούν και τα υδροηλεκτρικά στις ανανεώσιμες πηγές, τότε πάνω από το μισό της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας προέρχεται πλέον από καθαρές μορφές ενέργειας.
Η μεταβολή αυτή είναι εντυπωσιακή αν συγκριθεί με την εικόνα του 2010, όταν ο λιγνίτης κάλυπτε περίπου το 50% της ηλεκτροπαραγωγής και οι ανανεώσιμες πηγές μόλις το 15% έως 20%. Η στροφή αυτή οφείλεται κυρίως στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, στο αυξανόμενο κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών και στη στρατηγική απολιγνιτοποίησης που ακολουθεί η χώρα στο πλαίσιο της πολιτικής της Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παρά τη σημαντική αυτή πρόοδο, το ελληνικό ενεργειακό σύστημα λειτουργεί σήμερα με μια ιδιόμορφη ισορροπία: οι ανανεώσιμες πηγές καλύπτουν μεγάλο μέρος της παραγωγής, αλλά το φυσικό αέριο παραμένει ο βασικός μηχανισμός εξισορρόπησης του συστήματος. Οι μονάδες αερίου είναι εκείνες που αυξομειώνουν την παραγωγή τους για να καλύψουν τη ζήτηση όταν δεν φυσάει αρκετά ή όταν η ηλιοφάνεια μειώνεται.

Η εικόνα γίνεται πολύ διαφορετική αν εξετάσουμε όχι μόνο την ηλεκτροπαραγωγή αλλά το σύνολο της ενέργειας που καταναλώνεται στην οικονομία.
Εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική διάκριση που συχνά μπερδεύεται στη δημόσια συζήτηση:
Το δεύτερο είναι αυτό που δείχνει την πραγματική ενεργειακή εξάρτηση μιας οικονομίας.
Στην πραγματικότητα, το πραγματικό ενεργειακό μίγμα της Ελλάδας (δηλαδ΄γ σε ότι αφορά τη συνολική κατανάλωση ενέργειας), διαμορφώνεται διαφορετικά. Και απεικονίζεται ως εξής:
| Πηγή ενέργειας | Ποσοστό |
| Πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου | ~50–54% |
| Φυσικό αέριο | ~19–26% |
| Ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ) | ~19% |
| Λιγνίτης / άνθρακας | ~6% |
Έτσι, στην πράξη, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι μια οικονομία που βασίζεται σημαντικά στο πετρέλαιο. Περίπου το 50% έως 54% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας της χώρας προέρχεται από πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου, τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως στις μεταφορές. Και αυτό εξηγεί και την αύξηση της τιμής των προϊόντων στη βάση της αύξησης της τιμής του βαρελιού διεθνώς. Το φυσικό αέριο καλύπτει περίπου το 20% έως 25% της συνολικής κατανάλωσης, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές αντιπροσωπεύουν περίπου το 19%.
Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει ότι η ενεργειακή μετάβαση έχει προχωρήσει γρήγορα στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, αλλά πολύ πιο αργά σε τομείς όπως οι μεταφορές, η θέρμανση των κτιρίων και η βιομηχανία.
Ο τομέας των μεταφορών είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής ενέργειας στην Ελλάδα, απορροφώντας περίπου το ένα τρίτο της συνολικής κατανάλωσης. Τα αυτοκίνητα, τα φορτηγά, η ναυτιλία και η αεροπορία εξακολουθούν να βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στα υγρά καύσιμα.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά «σημεία πνιγμού» της παγκόσμιας οικονομίας. Μέσω αυτού διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, καθώς και μεγάλες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Μια παρατεταμένη σύγκρουση στην περιοχή θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο, γεγονός που θα προκαλούσε σημαντική αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας. Για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες εξαρτώνται σημαντικά από εισαγόμενα καύσιμα, το πρόβλημα είναι αυτονόητο.
Παρά τη μεγάλη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η τιμή του ρεύματος στην Ελλάδα εξακολουθεί να επηρεάζεται έντονα από το κόστος του φυσικού αερίου. Αυτό οφείλεται στον τρόπο λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο λεγόμενο μοντέλο οριακής τιμολόγησης, η τελική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται από την τελευταία μονάδα παραγωγής που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση. Στην ελληνική αγορά αυτή η μονάδα είναι συνήθως μονάδα φυσικού αερίου.
Έτσι, ακόμη και αν ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές με χαμηλό κόστος, η τελική τιμή επηρεάζεται καθοριστικά από το κόστος του φυσικού αερίου. Αν οι διεθνείς τιμές του αερίου αυξηθούν, η αύξηση μεταφέρεται σχεδόν άμεσα και στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε τέτοιες διακυμάνσεις για τρεις βασικούς λόγους. Πρώτον, η ηλεκτροπαραγωγή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο φυσικό αέριο. Δεύτερον, η χώρα εξακολουθεί να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες πετρελαίου, κυρίως στον τομέα των μεταφορών. Και τρίτον, το ηλεκτρικό σύστημα παραμένει σχετικά μικρό και με περιορισμένες διασυνδέσεις με άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Αυτό σημαίνει ότι οι διεθνείς ενεργειακές κρίσεις μεταφέρονται σχετικά γρήγορα στις εγχώριες τιμές.

Για να μειώσει αυτή την ευαλωτότητα, η χώρα μας σχεδιάζει μια σειρά σημαντικών μεταρρυθμίσεων στο ενεργειακό της σύστημα. Στόχος είναι έως το 2030 οι ανανεώσιμες πηγές να καλύπτουν περίπου το 80% της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ πρόσφατα στη συζήτηση μπήκε και το ενδεχόμενο αξιοποίησης πυρηνικών πηγών. Βέβαια με βάση τα ελληνικά «ταμπού» (κυρίως για το που θα μπορούσαν να εγκατασταθούν τέτοιες μονάδες), μεταθέτει την πράξη για μερικές δεκαετίες. Κάτι που προφανώς δεν αφορά τη σημερινή τσέπη, αλλά των παιδιών ή των εγγονών μας.
Στο μεσοδιάστημα προωθούνται μεγάλα έργα αποθήκευσης ενέργειας, κυρίως μέσω συστημάτων μπαταριών και αντλησιοταμίευσης, ώστε να αξιοποιείται καλύτερα η παραγωγή από τον ήλιο και τον άνεμο. Σημαντικό ρόλο αναμένεται επίσης να παίξουν οι νέες διεθνείς ηλεκτρικές διασυνδέσεις με χώρες της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Η ενεργειακή μετάβαση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Το πραγματικό στοίχημα για την επόμενη δεκαετία θα είναι ο εξηλεκτρισμός των μεταφορών και της θέρμανσης, δηλαδή η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων από ηλεκτρική ενέργεια που θα παράγεται όλο και περισσότερο από ανανεώσιμες πηγές.
Ο πόλεμος στο Ιράν λειτουργεί έτσι ως υπενθύμιση ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνολογίας και επενδύσεων, αλλά και γεωπολιτικής. Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα προς ένα καθαρότερο ενεργειακό σύστημα, όμως η πλήρης απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα παραμένει μια μακροπρόθεσμη διαδικασία. Μέχρι τότε, κάθε μεγάλη διεθνής κρίση στην αγορά ενέργειας θα συνεχίσει να επηρεάζει όχι μόνο τις οικονομίες των κρατών αλλά και τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος των νοικοκυριών.
Διαβάστε επίσης:
Χατζηδάκης: 5,3 δισ. από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο για περιβάλλον, στέγαση, μεταφορές
Πόσα ενοίκια χρειάζονται για να αγοράσεις σπίτι στην Αττική
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.