Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Ένας σύντομος, απλός και κατανοητός ορισμός της ενεργειακής ασφάλειας είναι «η αδιάκοπη διαθεσιμότητα ενεργειακών πόρων σε προσιτή τιμή». Με βάση λοιπόν αυτόν τον ορισμό, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι ο πόλεμος στο Ιράν έχει διαταράξει σοβαρά την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια, επηρεάζοντας άμεσα την παραγωγή, τη διακίνηση και τις τιμές των βασικών ενεργειακών πόρων. Και να σημειώσουμε ότι οι φιλοϊρανοί αντάρτες Χούθι δεν έχουν ακόμη (;) δραστηριοποιηθεί επιθετικά κατά εμπορικών πλοίων στις θαλάσσιες περιοχές γύρω από την Υεμένη.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (World Economic Forum – WEF), η σύγκρουση έχει εξασθενήσει σημαντικά τις ροές ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ, μιας στρατηγικής σημασίας ναυτιλιακής διαδρομής, από όπου μεταφέρεται περίπου το 20% – 25% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και σημαντικό ποσοστό του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Η μείωση των ροών ενέργειας έχει «απογειώσει» τις τιμές των υδρογονανθράκων και συνιστά μια «παγκόσμια υβριδική απειλή» για την οικονομική σταθερότητα. Πρόκειται για έναν συνδυασμό στρατηγικών, οικονομικών και ενεργειακών παραγόντων, που επηρεάζουν πολλές χώρες ταυτόχρονα. Την ίδια στιγμή οι αγορές και οι κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν αφενός τη ζήτηση των ορυκτών καυσίμων, δηλαδή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που παραμένει υψηλή παγκοσμίως, αφετέρου τη μείωση των στρατηγικών αποθεμάτων.

Το WEF υπογραμμίζει ότι οι ροές υδρογονανθράκων έχουν μειωθεί σε ένα μικρό κλάσμα των κανονικών επιπέδων, καθώς οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Περσικού έχουν περιορίσει ή σταματήσει τις εξαγωγές, λόγω της συνεχιζόμενης συγκρουσιακής κατάστασης, η οποία μάλιστα τείνει κλιμακούμενη, αλλά και του περιορισμού της διέλευσης των δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ, που έχει επιβάλει η Τεχεράνη.
Η σημασία των Στενών δεν είναι μόνο γεωγραφική αλλά και στρατηγική, καθώς αποτελούν κρίσιμη ενεργειακή διαδρομή για μεγάλες καταναλωτικές αγορές, ιδιαίτερα στην Ασία και την Ευρώπη, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο και το LNG του Περσικού Κόλπου.
Ο έλεγχος μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου και φυσικού αερίου σε ένα στενό πέρασμα καθιστά την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια ιδιαίτερα ευάλωτη, τις αγορές ιδιαίτερα αντιδραστικές και τις ηγεσίες των καταναλωτικών χωρών αρκετά προβληματισμένες για τις επερχόμενες εξελίξεις.
Η μείωση των ροών ενέργειας έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των τιμών, καθώς οι αγορές αντιλαμβάνονται ότι ένα κρίσιμο γεωπολιτικό πέρασμαχρησιμοποιείται ως «εργαλείο στρατηγικής πίεσης», επηρεάζοντας άμεσατην παγκόσμια σταθερότητα και την ενεργειακή ασφάλεια.
Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο της αμερικανικής εφημερίδας «The Washington Post», η σύγκρουση έχει οδηγήσει σε απότομη αύξηση των τιμών του πετρελαίου, κυρίως λόγω της διακοπής ή επιβράδυνσης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Οι ειδικοί του Οργανισμού Διεθνούς Ενέργειας (ΙΕΑ) χαρακτηρίζουν αυτή τη σημαντική διατάραξη της ενεργειακής ασφάλειας ως «μια από τις μεγαλύτερες στην ιστορία των ενεργειακών αγορών, καθώς η περιορισμένη προσφορά ασκεί τεράστια πίεση στις τιμές».
Μάλιστα, το δημοσίευμα σημειώνει ότι, αν η κρίση παραταθεί για αρκετούς μήνες, τότε:
● Οι τιμές του πετρελαίου θα αυξηθούν περαιτέρω και είναι πιθανόν να ξεπεράσουν τα 150-170 δολάρια ανά βαρέλι.
● Θα ενισχυθεί ο πληθωρισμός, με απρόβλεπτες άμεσες συνέπειες για τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και τις εθνικές οικονομίες.
● Θα επικρατήσει αβεβαιότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές, που μεταξύ άλλων αναμένεται να οδηγήσει σε περιορισμό των επενδύσεων, αύξηση του κόστους δανεισμού για επιχειρήσεις και κράτη, καθώς και μείωση της εμπιστοσύνης στις αγορές.
● Οι χώρες που εισάγουν σημαντικές ποσότητες υδρογονανθράκων θα αναγκαστούν να επανεξετάσουν τις στρατηγικές εφοδιασμού και της διαχείρισης κινδύνωνπου θα προκύψουν.
Η ανάλυση της «Washington Post» επισημαίνει επίσης ότι οι διεθνείς αγορές παρακολουθούν στενά την εξέλιξη της συγκρουσιακής κατάστασης στον Περσικό, καθώς οι διαταραχές στην ενεργειακή ασφάλεια αναμένεται να προκαλέσουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Η συνεχιζόμενη συγκρουσιακή κατάσταση στον Λίβανο και τον Περσικό Κόλπο έχει οδηγήσει σε ριζικές αναδιατάξεις στην ενεργειακή πολιτική πολλών κρατών, καθώς προσπαθούν να μετριάσουν τον αντίκτυπο της αστάθειας στις αγορές ενέργειας.
Με την κρίση στην Ουκρανία, η Ε.Ε. είχε ήδη μειώσει την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Ωστόσο, η σύγκρουση στο Ιράν επιτάχυνε την αναζήτηση νέων πηγών ενέργειας και την οδήγησε σε αύξηση των εισαγωγών LNG αλλά και ενίσχυση των στρατηγικών αποθεμάτων της.
Την ίδια στιγμή πολλές ασιατικές οικονομίες, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου – ιδιαίτερα μέσω των Στενών του Ορμούζ – βλέπουν τις τιμές να αυξάνονται και την προσφορά να μειώνεται, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για περισσότερο διαφοροποιημένα ενεργειακά μείγματα και μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία.
Αυτές οι τάσεις επιβεβαιώνονται και από ανάλυση του Council on Foreign Relations (CFR), η οποία τονίζει ότι η κρίση έχει ξαναφέρει στο προσκήνιο τη στρατηγική σημασία της ενεργειακής ασφάλειας και την αναθεώρηση πολιτικών σε Ε.Ε. και Ασία, για την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από ευάλωτες ενεργειακές ροές.
Στο πλαίσιο της ενεργειακής κρίσης, η οποία έχει προκληθεί από τη συγκρουσιακή κατάσταση στη Μέση Ανατολή, η Ε.Ε. και διεθνείς οργανισμοί καλούνται να εφαρμόσουν πολιτικές που θα μετριάσουν τις συνέπειες στις κοινωνίες και τις εθνικές οικονομίες. Πέντε υπουργοί Οικονομικών κρατών – μελών της Ε.Ε., από τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Αυστρία, ζήτησαν πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιβάλει «φόρο έκτακτων κερδών» στις ενεργειακές εταιρείες. Δηλαδή επιπρόσθετη φορολογία στις υπερκερδοφόρες επιχειρήσεις, που επωφελούνται από την αύξηση των τιμών των ορυκτών καυσίμων λόγω του πολέμου.
Όπως επισημαίνει το Reuters, η πρόταση αυτή έχει ως στόχο να ανακουφίσει τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις από το αυξημένο κόστος ενέργειας και να περιορίσει τον πληθωρισμό, μεταφέροντας μέρος του οικονομικού βάρους στις εταιρείες που επωφελούνται από την κρίση.
Παράλληλα οι διεθνείς οργανισμοί τονίζουν την ανάγκη για ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας των κρατών μέσω στρατηγικών αποθεμάτων, διαφοροποίησης προμηθειών και μακροπρόθεσμων επενδύσεων σε καθαρές πηγές ενέργειας, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος από «μελλοντικά γεωπολιτικά σοκ».
Πάντως, ο φόρος έκτακτων κερδών δεν έχει ακόμη υιοθετηθεί, καθώς βρίσκεται υπό εξέταση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η πρόταση βασίζεται στο προηγούμενο του 2022, όταν η Ε.Ε. είχε εφαρμόσει αντίστοιχο μηχανισμό φορολόγησης για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Στην Ελλάδα παρόμοιο μέτρο είχε εφαρμοστεί την ίδια περίοδο, με την επιβολή υψηλής φορολόγησης στα υπερκέρδη των εταιρειών ηλεκτροπαραγωγής, τα έσοδα της οποίας χρησιμοποιήθηκαν για την επιδότηση των λογαριασμών ενέργειας. Σήμερα, αν και δεν υπάρχει ακόμη νέα απόφαση, η εξέλιξη των ευρωπαϊκών αποφάσεων αναμένεται να επηρεάσει άμεσα και την ελληνική πολιτική στον τομέα της ενέργειας, καθότι οι τιμές των καυσίμων «καλπάζουν», ενώ το Fuel Pass κρίνεται εκ των προτέρων ανεπαρκές και δεν αφορά το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού.
Η σύγκρουση στο Ιράν δεν επηρεάζει μόνο τις τιμές ενέργειας, αλλά επιβαρύνει συνολικά την παγκόσμια οικονομία, περιορίζοντας τις επενδύσεις, διαταράσσοντας το εμπόριο και ενισχύοντας την αβεβαιότητα στις αγορές. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) εκτιμά ότι ο πόλεμος λειτουργεί ως «παγκόσμιο οικονομικό σοκ», το οποίο επιβραδύνει την ανάκαμψη των οικονομιών που μόλις είχαν αρχίσει να σταθεροποιούνται μετά την πανδημία.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ακόμη ότι οι χώρες χαμηλού εισοδήματος και οι εισαγωγείς ενέργειας είναι ιδιαίτερα ευάλωτες, καθώς οι υψηλές τιμές ενέργειας επιβαρύνουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, μειώνουν την αγοραστική δύναμη και μπορεί να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη οικονομική ανισότητα.
Δημοσίευμα του Reuters αναφέρει ότι, στις αρχές Απριλίου 2026, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας και ηΠαγκόσμια Τράπεζα αποφάσισαν να συνεργαστούν στενά για την αντιμετώπιση της ενεργειακής και οικονομικής κρίσης, που έχει προκαλέσει η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Συγκεκριμένα οι επικεφαλής των τριών οργανισμών ανακοίνωσαν σε κοινή δήλωσή τους ότι θα σχηματίσουν μια ομάδα συντονισμού, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις του πολέμου τόσο στις αγορές ενέργειας όσο και στην παγκόσμια οικονομία, παρακολουθώντας τις εξελίξεις και υποστηρίζοντας πολιτικές δράσεις προς τις κυβερνήσεις και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Η τρέχουσα ενεργειακή κρίση έχει αναδείξει την ανάγκη για μακροπρόθεσμη ενεργειακή ανθεκτικότητα, μέσω καθαρών και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF), πολλές χώρες επιταχύνουν την ανάπτυξη της ηλιακής, της αιολικής και της υδροηλεκτρικής ενέργειας, ενώ επενδύουν σε τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας και έξυπνων δικτύων, ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Η μετάβαση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε ενεργειακούς γίγαντες της Ευρώπης ή της Ασίας, αλλά περιλαμβάνει και χώρες με μέτριες ενεργειακές ανάγκες, που επιδιώκουν να εξασφαλίσουν σταθερό και οικονομικό ενεργειακό εφοδιασμό.
Το WEF επισημαίνει ότι η επένδυση σε ανανεώσιμες πηγές δεν αποτελεί μόνο μέτρο για την κλιματική αλλαγή, αλλά και στρατηγικό εργαλείο για την ελαχιστοποίηση των οικονομικών και γεωπολιτικών κινδύνων, που συνδέονται με κρίσεις όπως αυτή στο Ιράν. Μέσω αυτών των στρατηγικών, οι χώρες ενισχύουν την ενεργειακή τους αυτονομία, μειώνουν την ευπάθεια στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και προετοιμάζονται για «μελλοντικά σοκ στην αγορά ενέργειας».
Η κρίση στο Ιράν αναδεικνύει αφενός την αδυναμία των παγκόσμιων αγορών ενέργειας να αντιμετωπίσουν γεωπολιτικές διαταραχές, αφετέρου την ανάγκη για συντονισμένη δράση.
Η ενίσχυση στρατηγικών αποθεμάτων, η διαφοροποίηση προμηθευτών και η επιτάχυνση επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές αποτελούν βασικά μέτρα για την άμεση και μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα. Παράλληλα, η διεθνής συνεργασία με τη συμβολή οργανισμών, όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, ενισχύει τη σταθερότητα των τιμών και προστατεύει τις ευάλωτες οικονομίες.
Οι χώρες που συνδυάζουν προληπτικά αποθέματα, διαφοροποιημένες προμήθειες και καθαρές τεχνολογίες είναι περισσότερο προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν μελλοντικά ενεργειακά σοκ και αβεβαιότητες στις διεθνείς αγορές.
* Ο Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι ταξίαρχος ε.α. της Π.Α., γεωστρατηγικός αναλυτής ([email protected])
Διαβάστε επίσης:
SERE: Η σκληρή εκπαίδευση που προετοιμάζει Αμερικανούς πιλότους για το χειρότερο σενάριο
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.