Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Να προσβάλει σε διεθνή φόρα την απόφαση μη ανάσυρσης από το αρχείο της υπόθεσης των υποκλοπών ετοιμάζεται ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών.
Σε συνέντευξη τύπου που παραχώρησε ο ΔΣΑ ασκήθηκε κριτική στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τζαβέλλα, ο οποίος έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος ανάσυρσης της δικογραφίας, παρά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Ο Πρόεδρος του ΔΣΑ Ανδρέας Κουτσόλαμπρος τόνισε «όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εξέφρασαν την άποψη ότι απαιτείται η περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης».
Αναφερόμενος στη στάση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Τζαβέλλα, υπογράμμισε ότι «η απόφασή του να διατηρήσει την υπόθεση στο αρχείο, μάς βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους», προσθέτοντας ότι αυτή «προσκρούει στο ποινικό δόγμα, στο κράτος δικαίου και στην πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».
Ο Ανδρέας Κουτσόλαμπρος έθεσε και ζήτημα δεοντολογίας, σημειώνοντας ότι «ο συγκεκριμένος εισαγγελέας θα όφειλε να απέχει από τον χειρισμό της υπόθεσης».
Ερωτηθείς για την ενδεχόμενη προσφυγή στο ΕΔΔΑ, τόνισε πως «έχει καταγραφεί στην απόφαση του ΔΣΑ ότι θα παράσχει κάθε βοήθεια στους συναδέλφους που χειρίζονται τις υποθέσεις και στα θύματα. Διερευνούμε την προσφυγή στο ΕΔΔΑ. Αν δούμε ότι δεν γίνεται αυτό, οποίος από τους διαδίκους προσφύγει θα είμαστε εκεί να συνδράμουμε».
Από την πλευρά της, η Αντιπρόεδρος του ΔΣΑ Χριστίνα Τσαγκλή επεσήμανε ότι «23 στους 25 συναδέλφους στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ συνέκλιναν σε ένα πράγμα», και συγκεκριμένα ότι «στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε μια μείζονα παραβίαση του κράτους δικαίου και της θεσμικής αποστολής της ηγεσίας της εισαγγελικής αρχής».
Ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών, Νίκος Αλιβιζάτος, αναφέρθηκε στις εκκρεμείς νομικές υποθέσεις που συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με αυτή των υποκλοπών, υπογραμμίζοντας ότι πλέον η συζήτηση δεν περιορίζεται στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά εκτείνεται και στο ευρωπαϊκό πεδίο.
Η πρώτη αφορά το ζήτημα των ανεξάρτητων αρχών και ειδικότερα τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1639/2024 και 1641/2024, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι προσφυγές του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, σχετικά με τον διορισμό μελών στην ΑΔΑΕ και το ΕΣΡ.
Το ΣτΕ, όπως εξήγησε, έκρινε ότι ο ΔΣΑ δεν είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση των αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης για τον διορισμό του Αντιπροέδρου, του Αναπληρωτή Αντιπροέδρου, τακτικών και αναπληρωματικών μελών της ΑΔΑΕ, καθώς και αναπληρωματικού μέλους για το υπόλοιπο θητείας τακτικού μέλους. Ο κ. Αλιβιζάτος σημείωσε ότι μετά την απόρριψη αυτή, η υπόθεση οδηγήθηκε στο Στρασβούργο και βρίσκεται πλέον στο στάδιο της ανταλλαγής υπομνημάτων.
«Το ελληνικό Δημόσιο δίνει λυσσαλέα μάχη πάνω στο θέμα του δημοσίου συμφέροντος», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκφράζοντας ωστόσο την εκτίμηση ότι η υπόθεση μπορεί να έχει θετική έκβαση.
Η δεύτερη υπόθεση, όπως είπε, αφορά ευθέως στις υποκλοπές και ειδικότερα στην άρνηση της ΕΥΠ να γνωστοποιήσει στον Νίκο Ανδρουλάκη τους λόγους για τους οποίους τέθηκε υπό παρακολούθηση, την περίοδο κατά την οποία ήταν υποψήφιος για την προεδρία του ΠαΣοΚ.
Ο κ. Αλιβιζάτος υπενθύμισε ότι ο κ. Ανδρουλάκης προσέβαλε την άρνηση αυτή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο τον δικαίωσε ομόφωνα, κρίνοντας αντισυνταγματικό τον νόμο που απαγόρευε την ενημέρωση των παρακολουθούμενων. Όπως σημείωσε, η απόφαση αυτή αποτέλεσε μια πρώτη θεσμική δικαίωση στο ζήτημα των παρακολουθήσεων.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, όταν ο Νίκος Ανδρουλάκης κοινοποίησε την απόφαση στην ΑΔΑΕ, η απάντηση που έλαβε ήταν ότι η ΕΥΠ δεν παρέχει τα αναγκαία στοιχεία. Το γεγονός αυτό, όπως ανέφερε, οδήγησε σε προσφυγή στο Στρασβούργο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Αλιβιζάτος και στην αρνητική πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν δύο πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), που αποκτούν κρίσιμη σημασία για την αξιολόγησή της.
Η πρώτη απόφαση, όπως εξήγησε, αφορά στην υπόθεση της πρώην Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλικής Θάνου, η οποία είχε κινήσει τη διαδικασία πειθαρχικής δίωξης κατά της εισαγγελέως Γεωργίας Τσατάνη. Ο κ. Αλιβιζάτος τόνισε ότι το ΕΔΔΑ προχώρησε σε ένα σημαντικό βήμα στη νομολογία του, καθώς εξέτασε αυτοτελώς, εάν κατά την προδικασία τηρήθηκαν οι εγγυήσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Με άλλα λόγια, όπως ανέφερε, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να εξετάζεται, αν το όργανο που είναι επιφορτισμένο με την προδικασία, διαθέτει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα συνδέθηκε με τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, καθώς, όπως υπογράμμισε ο κ. Αλιβιζάτος, «δεν υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη όπου η επιλογή των προεδριών των ανωτάτων δικαστηρίων και της ηγεσίας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου».
Η δεύτερη απόφαση που επικαλέστηκε αφορά σε καταδίκη της Βουλγαρίας από το ΕΔΔΑ, για την άρνηση της βουλγαρικής υπηρεσίας πληροφοριών να ενημερώσει πολίτη αν είχε τεθεί υπό παρακολούθηση ή όχι. Πρόκειται, όπως είπε, για την υπόθεση Kanev and Bulgarian Helsinki Committee κατά Βουλγαρίας, η οποία εκδόθηκε πριν από περίπου 10 ημέρες.
Σύμφωνα με τον κ. Αλιβιζάτο, οι δύο αυτές αποφάσεις δημιουργούν ένα σημαντικό ευρωπαϊκό υπόβαθρο ελέγχου αντίστοιχων πρακτικών και στην ελληνική υπόθεση. «Αυτές οι δύο αποφάσεις με κάνουν να πιστεύω ότι υπάρχει βάση ότι η πράξη του κ. Τζαβέλλα είναι ελεγκτέα με ευρωπαϊκά κριτήρια», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι πρέπει να μελετηθούν «πολύ προσεκτικά».
Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης έθεσε ζήτημα συνταγματικής αναθεώρησης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη θεσμικών αλλαγών στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
Όπως ανέφερε, «ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος θα πρέπει να πιεστούν οι πολιτικοί φορείς», προκειμένου να εξεταστεί εκ νέου το ισχύον πλαίσιο, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι η αναθεώρηση πρέπει να αφορά «ιδίως στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης».
Ο Θανάσης Καμπαγιάννης, συνήγορος Πολιτικής Αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής, χαρακτήρισε την παρέμβαση του ΔΣΑ ως στάση θεσμικής ευθύνης, στηρίζοντας παράλληλα τη θέση του Συλλόγου ότι η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου συνιστά «θεσμική εκτροπή».
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Θεόδωρος Μαντάς, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΔΣΑ, ανέφερε ότι ο Σύλλογος έχει καθήκον να παρεμβαίνει, όταν ανακύπτουν ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της λειτουργίας των θεσμών. Υπερασπίστηκε την επιλογή του ΔΣΑ να ζητήσει την παραίτηση του κ. Τζαβέλλα, επισημαίνοντας ότι η δημόσια τοποθέτηση του Συλλόγου δεν εξαντλεί τις ενέργειές του, αλλά σηματοδοτεί την έναρξη μιας ευρύτερης κινητοποίησης για την αντιμετώπιση του σοβαρού ζητήματος που έχει προκύψει.
Διαβάστε επίσης
Κυβέρνηση: Σχέδιο «ούτε-ούτε» για προανακριτική και εξεταστική – Ανασχηματισμός μετά το συνέδριο
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.