Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Λίγες ημέρες αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ ολοκλήρωσε την πολυσυζητημένη επίσκεψή του στο Πεκίνο, ο Βλαντίμιρ Πούτιν έσπευσε στην κινεζική πρωτεύουσα. Επισήμως η ρωσική πλευρά επιμένει ότι το ταξίδι είχε προγραμματιστεί εδώ και καιρό και ότι δεν συνδέεται με τη συνάντηση Τραμπ – Σι Τζινπίνγκ. Ωστόσο, ο συγχρονισμός δύσκολα περνά απαρατήρητος.
Σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται σχεδόν καθημερινά, όλοι μοιάζουν να διεκδικούν κάτι από την Κίνα: οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν σταθερότητα και εμπορική αποκλιμάκωση, η Ρωσία πολιτική και οικονομική επιβεβαίωση και κανέναν αγωγό, ενώ το ίδιο το Πεκίνο απολαμβάνει το «κόρτε» και προσπαθεί να διαχειριστεί τον ρόλο του ως δύναμης που συνομιλεί ταυτόχρονα με όλους – χωρίς όμως να δεσμεύεται πλήρως με κανέναν.
Η επίσκεψη του Πούτιν στο Πεκίνο οργανώθηκε με κάθε δυνατή επισημότητα. Ξαναέβγαλαν στρατιωτικές μπάντες, σημαίες, ξαναέφεραν παιδιά που φώναζαν συνθήματα καλωσορίσματος και ένα τελετουργικό σχεδόν αυτοκρατορικής αισθητικής συνόδευσε τη συνάντηση των δύο ηγετών στο Μεγάλο Παλάτι του Λαού. Η υποδοχή ήταν σχεδόν ίδια με αυτή του Αμερικανού Προέδρου. Ίσως ακόμη μεγαλύτερη σημασία όμως είχε το μήνυμα που επιχειρούσε να στείλει το Πεκίνο προς τη Δύση: ότι η σχέση Κίνας – Ρωσίας παραμένει ισχυρή.
Οι δυο ηγέτες υπέγραψαν κοινή δήλωση στρατηγικής συνεργασίας, καθώς και σειρά συμφωνιών που αφορούν την τεχνολογία, το εμπόριο, την επιστημονική έρευνα και την πνευματική ιδιοκτησία. Σύμφωνα με κινεζικά κρατικά μέσα, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην επέκταση της συνθήκης «καλής γειτονίας και φιλικής συνεργασίας». Μια κίνηση με έντονο συμβολισμό.
Ο Σι επέλεξε να παρουσιάσει τη συνεργασία Πεκίνου και Μόσχας ως μια σχέση «υψηλής στρατηγικής αξίας», κάνοντας λόγο για «πολιτική εμπιστοσύνη που βαθαίνει διαρκώς». Στην πραγματικότητα τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία επιχειρούν να εμφανιστούν ως αντίβαρο στη δυτική επιρροή και κυρίως στην αμερικανική ηγεμονία. Ο Σι μίλησε επίσης για τον κίνδυνο επιστροφής στον «νόμο της ζούγκλας» στις διεθνείς σχέσεις, καταδικάζοντας εμμέσως τις μονομερείς πιέσεις και κυρώσεις της Δύσης.
Από την πλευρά του, ο Πούτιν σημείωσε ότι οι σχέσεις των δύο χωρών βρίσκονται σε «επίπεδο άνευ προηγουμένου» υπογραμμίζοντας ότι η Ρωσία παραμένει «αξιόπιστος ενεργειακός προμηθευτής».
Ο πραγματικός σκοπός της συνάντησης ήταν φυσικά η κατασκευή μεγάλου αγωγού αερίου, ονόματι «Ισχύς της Σιβηρίας 2», που θα συνδέσει τα μεγαλύτερα ρωσικά κοιτάσματα στη βόρεια Σιβηρία με την Κίνα μέσω Μογγολίας. Η εξέταση και η υλοποίηση αυτού του σχεδίου είναι υψίστης σημασίας για τη Ρωσία, που θέλει να αυξήσει τις εξαγωγές υδρογονανθράκων.
Να αναφέρουμε πως, μετά την εισβολή στην Ουκρανία και τις δυτικές κυρώσεις, η ρωσική οικονομία εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την Κίνα. Το Πεκίνο έχει εξελιχθεί στον σημαντικότερο αγοραστή ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ οι ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου προς την Κίνα αυξήθηκαν κατά 35% μόνο το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η Κίνα, βέβαια, συνεχίζει να διατηρεί τη γνωστή «ουδέτερη στάση» για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Επισήμως δεν στηρίζει στρατιωτικά τη Μόσχα, ωστόσο οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών έχουν ενισχυθεί σημαντικά μετά το 2022. Δυτικές κυβερνήσεις κατηγορούν συχνά το Πεκίνο ότι επιτρέπει τη μεταφορά τεχνολογικών εξαρτημάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τη ρωσική αμυντική βιομηχανία. Η κινεζική πλευρά απορρίπτει αυτές τις κατηγορίες, αλλά αποφεύγει και να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις δυτικές κυρώσεις.
Πέρα όμως από την ουσία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η πολιτική «σκηνοθεσία» της συνάντησης. Ο Σι και ο Πούτιν συνεχίζουν να αποκαλούν ο ένας τον άλλον «παλιό φίλο», ένας όρος που χρησιμοποιείται εξαιρετικά σπάνια από την κινεζική διπλωματία. Η προσωπική σχέση των δύο ηγετών λειτουργεί πλέον και ως πολιτικό μήνυμα: ότι, παρά τις διεθνείς πιέσεις, ο άξονας Πεκίνου – Μόσχας παραμένει σταθερός.
Και όμως, λίγες μόλις ημέρες νωρίτερα, ο ίδιος χώρος είχε φιλοξενήσει έναν εντελώς διαφορετικό επισκέπτη: τον Ντόναλντ Τραμπ. Η επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου στο Πεκίνο παρουσιάστηκε αρχικά ως μια πιθανή επανεκκίνηση των σινοαμερικανικών σχέσεων, έπειτα από μια περίοδο εμπορικών συγκρούσεων, δασμών και αμοιβαίας καχυποψίας. Ωστόσο, παρότι ο Τραμπ χαρακτήρισε τη συμφωνία «φανταστική» (ως συνήθως), το τελικό αποτέλεσμα παραμένει μάλλον θολό.
Οι δύο πλευρές ανακοίνωσαν τη δημιουργία ενός νέου «συμβουλίου εμπορίου» και ενός «συμβουλίου επενδύσεων», μηχανισμών που υποτίθεται ότι θα βοηθήσουν στη διαχείριση των οικονομικών διαφορών ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Παράλληλα ο Λευκός Οίκος υποστήριξε ότι η Κίνα δεσμεύτηκε να αγοράζει αμερικανικά αγροτικά προϊόντα αξίας 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, καθώς και 200 αεροσκάφη Boeing.
Το πρόβλημα είναι ότι το Πεκίνο απέφυγε να επιβεβαιώσει ξεκάθαρα κάποιες από αυτές τις δεσμεύσεις. Οι κινεζικές ανακοινώσεις παρέμειναν ασαφείς, κάνοντας λόγο μόνο για «προώθηση του διμερούς εμπορίου» και «προκαταρκτικές συμφωνίες». Με άλλα λόγια, δεν είναι ακόμη σαφές πόσα από αυτά που παρουσιάστηκαν ως επιτυχίες έχουν πραγματικά κλειδώσει.
Αυτή ακριβώς η ασάφεια αποκαλύπτει και τη δυσκολία της σημερινής σχέσης Ουάσιγκτον – Πεκίνου. Οι δύο χώρες χρειάζονται η μία την άλλη οικονομικά, αλλά ταυτόχρονα ανταγωνίζονται σε σχεδόν κάθε στρατηγικό επίπεδο: από την τεχνολογία και τα μικροτσίπ μέχρι τις σπάνιες γαίες, την τεχνητή νοημοσύνη και την επιρροή στην Ασία.
Ο Τραμπ επιχείρησε να παρουσιάσει τη συνάντηση ως ένα βήμα «σταθερότητας». Ο Σι, από την πλευρά του, μίλησε για μια σχέση όπου οι δύο δυνάμεις πρέπει να λειτουργούν ως «εταίροι και όχι αντίπαλοι». Πίσω όμως από τις διπλωματικές διατυπώσεις, φαίνεται πως η καχυποψία παραμένει βαθιά.
Και κάπου εκεί βρίσκεται ίσως η ουσία της σημερινής παγκόσμιας συγκυρίας: όλοι χρειάζονται την Κίνα, αλλά κανείς δεν την εμπιστεύεται πλήρως. Η Ρωσία χρειάζεται την οικονομική της στήριξη για να αντέξει την πίεση των κυρώσεων, πράγμα που ίσως φανερώνει πως η Ρωσία δεν είναι πλέον ο δεύτερος ισχυρότερος πόλος παγκοσμίως. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται τη συνεργασία της για να αποφύγουν μια νέα παγκόσμια εμπορική κρίση.
Το Πεκίνο, στο μεταξύ, φαίνεται να απολαμβάνει αυτόν τον ρόλο του αναγκαίου συνομιλητή. Συνομιλεί με τη Μόσχα χωρίς να κόβει γέφυρες με την Ουάσιγκτον. Διατηρεί οικονομικούς δεσμούς με τη Δύση, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργεί μια εικόνα ηγέτιδας δύναμης του «παγκόσμιου Νότου». Και όσο ο πλανήτης εισέρχεται σε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων, από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή μέχρι τον παγκόσμιο εμπορικό ανταγωνισμό, η Κίνα μοιάζει αυτές τις μέρες να γίνεται το κέντρο γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλοι οι υπόλοιποι.
Διαβάστε επίσης:
Μέση Ανατολή: Πανωλεθρία για τις ΗΠΑ – Έχασαν ως σήμερα περίπου 40 αεροσκάφη
Οι κυβερνητικές κρίσεις γίνονται μοτίβο στην Ευρώπη: Πώς η πολιτική αστάθεια μετατρέπεται σε κανόνα
ΗΠΑ και Ιράν σε αδιέξοδο – Σε φάση αυξανόμενης κλιμάκωσης και στο χείλος νέας κρίσης η Μέση Ανατολή
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.