search
ΣΑΒΒΑΤΟ 06.06.2026 08:18
MENU CLOSE

Η εύθραυστη ισορροπία του Ιράν (Μέρος Τέταρτο) – Δύσκολες οι σχέσεις στο τρίγωνο Αθήνας, Τεχεράνης και Άγκυρας

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2441
04/06/2026
06.06.2026 06:30
Iran

Η ιρανική κρίση του 2026 λειτούργησε ως καταλύτης αναδιάταξης ισορροπιών στη Μέση Ανατολή, επηρεάζοντας άμεσα και τις περιφερειακές σχέσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας με την Τεχεράνη. Τόσο η Άγκυρα όσο και η Αθήνα προσαρμόστηκαν σε ένα περιβάλλον αυξημένης αστάθειας και γεωπολιτικής πίεσης αναζητώντας δύσκολες ισορροπίες.

Τεχεράνη και Άγκυρα μεταξύ συνεργασίας και ανταγωνισμού

1. Οι βάσεις για τη διμερή συνεργασία: Οι σχέσεις μεταξύ Ιράν και Τουρκίας αποτελούν διαχρονικά μία από τις πιο σύνθετες και αντιφατικές γεωπολιτικές σχέσεις στη Μέση Ανατολή. Οι δύο χώρες συνδυάζουν στοιχεία συνεργασίας, ανταγωνισμού και αμοιβαίας εξάρτησης επιδιώκοντας παράλληλα να ενισχύσουν την περιφερειακή τους επιρροή. Παρότι συχνά υποστηρίζουν αντίπαλες πλευρές σε περιφερειακές κρίσεις, αποφεύγουν τη μετωπική σύγκρουση, καθώς το οικονομικό και στρατηγικό κόστος μιας ρήξης θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό.

Πριν από την κρίση του 2026 οι τουρκοϊρανικές σχέσεις κινούνταν σε ένα πλαίσιο ελεγχόμενης ισορροπίας. Η Τουρκία αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και ενεργειακούς εταίρους του Ιράν, ιδιαίτερα σε περιόδους διεθνών κυρώσεων κατά της Τεχεράνης. Παρά τις πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης, η Άγκυρα διατήρησε ανοικτούς οικονομικούς διαύλους με το Ιράν, τόσο για λόγους ενεργειακής ασφάλειας όσο και για λόγους περιφερειακής στρατηγικής.

Η Τουρκία παρέμενε βασικός αγοραστής ιρανικού φυσικού αερίου μέσω του αγωγού που συνδέει τις δύο χώρες, ενώ το διμερές εμπόριο συνέχισε να λειτουργεί ακόμη και σε περιόδους αυξημένων κυρώσεων. Παράλληλα, η Άγκυρα επιδίωκε να αναδειχθεί σε κομβικό ενεργειακό διάδρομο μεταξύ Ασίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης, γεγονός που καθιστούσε τις σχέσεις με το Ιράν ιδιαίτερα σημαντικές.

2. Ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός πριν από την κρίση: Ωστόσο πίσω από τη συνεργασία παρέμενε ο έντονος γεωπολιτικός ανταγωνισμός. Στη Συρία, η Τουρκία και το Ιράν υποστήριξαν διαφορετικές πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις ήδη από την έναρξη του συριακού εμφυλίου πολέμου. Η Τεχεράνη στήριξε ενεργά το καθεστώς Άσαντ μέσω των Φρουρών της Επανάστασης και φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών, ενώ η Άγκυρα υποστήριξεαντικαθεστωτικές οργανώσεις και επιδίωξε τη δημιουργία ζώνης επιρροής στη βόρεια Συρία. Αντίστοιχος ανταγωνισμός εκδηλώθηκε και στο Ιράκ, αλλά και στον νότιο Καύκασο μετά τον πόλεμο στο Ναγκόρνο Καραμπάχ (2020).

Η σταδιακή αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής στη Συρία μετά το 2024 ενίσχυσε σημαντικά τη γεωπολιτική θέση της Τουρκίας στην περιοχή. Η Άγκυρα επιδίωξε να διευρύνει την επιρροή της από τη βόρεια Συρία έως τον Καύκασο και την κεντρική Ασία, εξέλιξη που προκάλεσε αυξανόμενη ανησυχία στην Τεχεράνη.

Ταυτόχρονα, παρά τον ανταγωνισμό, οι δύο χώρες συνέχισαν να συνεργάζονται για την εξουδετέρωση κοινών απειλών. Ο κουρδικός παράγοντας αποτέλεσε διαχρονικά πεδίο ταυτόχρονα αντιπαράθεσης αλλά και συνεργασίας. Τόσο η Τουρκία όσο και το Ιράν ανησυχούσαν για την πιθανότητα ενίσχυσης κουρδικών αυτονομιστικών κινημάτων στη Συρία, το Ιράκ και τις παραμεθόριες περιοχές τους, γεγονός που λειτουργούσε ως μηχανισμός αποφυγής άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ τους.

3. Η ιρανική κρίση του 2026 και η τουρκική στρατηγική: Η κατάσταση μεταβλήθηκε σημαντικά μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθετικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν το 2026. Η γενικευμένη αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή δημιούργησε νέα δεδομένα για την τουρκική εξωτερική πολιτική. Η Άγκυρα βρέθηκε σε δύσκολη γεωπολιτική θέση, καθώς επιδίωκε να αποφύγει τόσο τη ρήξη με το Ιράν όσο και την πλήρη απομάκρυνση από το ΝΑΤΟ και τη Δύση. Η τουρκική ηγεσία επέλεξε να διατηρήσει μια σχετικά ισορροπημένη στάση:

● Καταδίκασε την περιφερειακή κλιμάκωση.

● Υποστήριξε την επιστροφή των δύο πλευρών στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

● Διατήρησε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη.

● Επιχείρησε,έστω και ανεπιτυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ιράν και Δύσης.

Σύμφωνα με τον Σονέρ Τσαγαπτάι, Τούρκο πολιτικό επιστήμονα και διευθυντή του Προγράμματος Τουρκικών Σπουδών του Washington Institute for Near East Policy, η στάση αυτή δεν ήταν τυχαία αλλά αντανακλούσε δύο θεμελιώδεις στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας:

● Να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν.

● Να αποφευχθεί η κατάρρευση του ιρανικού κράτους.

Η τουρκική ηγεσία θεωρεί ότι ένα πυρηνικά εξοπλισμένο Ιράν θα ανέτρεπε την ισορροπία ισχύος μεταξύ των δύο χωρών και θα ενίσχυε σημαντικά την ιρανική επιρροή σε Συρία, Ιράκ και ευρύτερη Μέση Ανατολή. Ταυτόχρονα όμως, η Άγκυρα εκτιμά ότι ενδεχόμενη αποσταθεροποίηση ή κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος θα μπορούσε να προκαλέσει χάος ανάλογο με εκείνο που ακολούθησε τους πολέμους στο Ιράκ και τη Συρία, δημιουργώντας νέες μαζικές προσφυγικές ροές προς την Τουρκία.

Παρά την κρίση, οι οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις των δύο χωρών δεν διακόπηκαν πλήρως. Οι ροές ιρανικού φυσικού αερίου προς την Τουρκία συνεχίστηκαν, αν και υπό αυξημένες πιέσεις και κινδύνους ασφαλείας. Ταυτόχρονα, η Άγκυρα επιδίωξε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου μεταξύ Ανατολής και Ευρώπης, αξιοποιώντας τη γεωπολιτική αστάθεια προς όφελος της περιφερειακής της θέσης.

Ο Τσαγαπτάι επισημαίνει επίσης ότι η τουρκική στάση επηρεάστηκε σημαντικά από οικονομικούς και ενεργειακούς παράγοντες. Η Τουρκία εξακολουθείνα εξαρτάταισε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε παρατεταμένη περιφερειακή αστάθεια και σε ενδεχόμενη εκτίναξη των διεθνών τιμών ενέργειας.

Παράλληλα, η γεωγραφική εγγύτητα στη σύγκρουση επηρέασε αρνητικάτον τουρισμό, τις επενδύσεις και τη σταθερότητα της τουρκικής οικονομίας, ενισχύοντας τα κίνητρα της Άγκυρας να επιδιώξει ταχεία αποκλιμάκωση.

Η περιφερειακή αστάθεια οδήγησε επίσης σε ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας στα τουρκοϊρανικά σύνορα. Οι δύο χώρες αύξησαν την επιτήρηση στις παραμεθόριες περιοχές υπό τον φόβο διασποράς της αστάθειας, τρομοκρατικών ενεργειών και νέων μεταναστευτικών ροών. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Τουρκία ανησύχησε ιδιαίτερα για το ενδεχόμενο της ενίσχυσης των κουρδικών οργανώσεων μέσα στο περιβάλλον γενικευμένης περιφερειακής αποσταθεροποίησης.

Όπως αναφέρει ο Τσαγαπτάι, στην Άγκυρα επικράτησε έντονη ανησυχία έπειτα από δημοσιεύματα και εκτιμήσεις ότι κύκλοι στο Ισραήλ ή στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εξετάσουν την υποστήριξη του PJAK, του ιρανικού παρακλαδιού του PKK. Η τουρκική ηγεσία φοβήθηκε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τον κουρδικό ένοπλο αγώνα και να υπονομεύσει τις προσπάθειες εξομάλυνσης των σχέσεων με το PKK. Κατά τον Τσαγαπτάι, το ενδεχόμενο ενίσχυσης των κουρδικών οργανώσεων εντός του Ιράν αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που θα μπορούσαν να ωθήσουν την Τουρκία σε σαφέστερα φιλοϊρανική στάση στο μέλλον.

4. Συνεργασία χωρίς εμπιστοσύνη: Ο ανταγωνισμός επιρροής μεταξύ των δύο χωρών δεν σταμάτησε. Αντιθέτως συνεχίστηκε σε Συρία, Ιράκ και Καύκασο, αλλά σε περισσότερο ελεγχόμενη μορφή «χαμηλής έντασης». Η Τουρκία επιδίωξε να εκμεταλλευθεί τη σχετική αποδυνάμωση του Ιράν για να διευρύνει την περιφερειακή της επιρροή, ενώ η Τεχεράνη αντιμετώπισε με αυξανόμενη καχυποψία τις τουρκικές κινήσεις στην ευρύτερη περιοχή.

Συνολικά, η κρίση του 2026 επιβεβαίωσε ότι οι σχέσεις Ιράν – Τουρκίας δεν βασίζονται σε στρατηγική συμμαχία, αλλά σε μια μορφή πραγματιστικής συνύπαρξης υπό συνθήκες διαρκούς ανταγωνισμού. Η οικονομική και ενεργειακή αλληλεξάρτηση λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας, ενώ ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός περιορίζει σημαντικά το επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών.

Όπως επισημαίνουν αναλυτές του Chatham House, οι δύο χώρες διατηρούν τις σχέσεις τους όχι επειδή εμπιστεύονται η μία την άλλη, αλλά επειδή το κόστος μιας πλήρους ρήξης θεωρείται μεγαλύτερο από το πιθανό γεωπολιτικό όφελος.

Τεχεράνη και Αθήνα στη σκιά της κρίσης του 2026

1. Οι βάσεις της ελληνοϊρανικής συνεργασίας: Η Ελλάδα και το Ιράν διατηρούσαν για πολλά χρόνια σχετικά σταθερές σχέσεις συνεργασίας, κυρίως στους τομείς του πετρελαίου και της ναυτιλίας. Tο Ιράν αποτελούσε σημαντικό προμηθευτή πετρελαίου για την Ελλάδα, ιδιαίτερα την περίοδο της οικονομικής κρίσης, όταν προσέφερε ευνοϊκούς όρους πληρωμής στα ελληνικά διυλιστήρια. Επίσης εκατοντάδες ελληνικά εμπορικά πλοία διέρχονταν κάθε χρόνο από τα Στενά του Ορμούζ για τη μεταφορά αγαθών από και προς τον Περσικό Κόλπο, αξιοποιώντας παράλληλα τις ιρανικές λιμενικές και εμπορικές υποδομές.

Την ίδια χρονική περίοδο,η Ελλάδα ανέπτυξε στενές σχέσεις και με το Ισραήλ. Η συνεργασία στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας και της ασφάλειας έγινε βασικό στοιχείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Έτσι, η Αθήνα βρέθηκε να συνεργάζεται οικονομικά με την Τεχεράνη, αλλά ταυτόχρονα διατηρούσεστρατηγική σχέση με το Τελ Αβίβ και την Ουάσιγκτον.

2. Η ελληνική διπλωματία πριν από το 2026: Σύμφωνα με το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, η Ελλάδα ως μέλος της Ε.Ε. υποστηρίζει ενεργά τον κοινοτικό διάλογο με το Ιράνστους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του Μεσανατολικού ζητήματος και της τρομοκρατίας. Παρακολουθεί τις εξελίξεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και αποδέχεται το δικαίωμα ανάπτυξης πυρηνικής τεχνολογίας, αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς, χωρίς να διακυβεύεται η πάγια θέση της υπέρ της μη διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής και της δημιουργίας μιας ζώνης ελεύθερης από πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή.

Επίσης η Ελλάδα επιδιώκει να λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας στην ανατολική Μεσόγειο. Η γεωγραφική της θέση, τα ενεργειακά σχέδια και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μετέτρεψαν τη Μέση Ανατολή σε σημαντικό πεδίο για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πριν από το 2026, η γραμμή της Αθήνας απέναντι στην Τεχεράνη βασιζόταν στην αποφυγή εντάσεων και στη διατήρηση ισορροπιών.

Η πρώτη σημαντική κρίση στις ελληνοϊρανικές σχέσεις τα τελευταία χρόνια καταγράφηκε το 2022, με την κατάσχεση των ελληνικών τάνκερ «Delta Poseidon» και «Prudent Warrior» από τους Φρουρούς της Επανάστασης, ως αντίποινα για τη δέσμευση του ιρανικού δεξαμενόπλοιου «Lana» από τις ελληνικές αρχές κοντά στην Εύβοια.

3. Η ιρανική κρίση του 2026: Η κατάσταση άλλαξε σημαντικά στις αρχές του 2026.Οι αμερικανοϊσραηλινές επιθετικές αεροπορικές επιχειρήσεις «Epic Fury» και «Lion’s Roar» κατά ιρανικών στρατιωτικών και πυρηνικών εγκαταστάσεων προκάλεσαν την ταχεία επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.Πέραν αυτών, η μέχρι σήμερασυνεχιζόμενη συγκρουσιακή κατάσταση δημιούργησε εντάσεις ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Αθήνα, ενώ προοδευτικά επηρέασε και τη συνολική θέση της Ελλάδας στη Μέση Ανατολή.

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Από τη μία πλευρά, ως σύμμαχος των ΗΠΑ και του Ισραήλ, δεν μπορούσε να παραμείνει ουδέτερη. Από την άλλη μια πλήρης ταύτιση με τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις και να έχει οικονομικό κόστος, κυρίως στην ενέργεια και τη ναυτιλία.

4. Η επιχειρησιακή εμπλοκή της Ελλάδας: Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να διατηρήσει χαμηλό προφίλ, αλλά ταυτόχρονα συνέχισε τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλαίσιο της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (Mutual Defense Cooperation Agreement – MDCA), που παρέχει στις αμερικανικές δυνάμεις πρόσβαση και δυνατότητα χρήσης ελληνικών στρατιωτικών βάσεων. Έτσι, τον Μάρτιο του 2026, το αμερικανικό αεροπλανοφόρο «USS Gerald R. Ford» κατέπλευσε στην αεροναυτική βάση της Σούδας για εργασίες συντήρησης, συνεχίζοντας ταυτόχρονα τη διεξαγωγή επιχειρήσεων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Παράλληλα, η Αθήνα ενίσχυσε τα μέτρα ασφαλείας για την προστασία αμερικανικών και ισραηλινών στόχων στην Ελλάδα, υπό τον φόβο πιθανών τρομοκρατικών επιθέσεων ή κυβερνοεπιθέσεων. Επίσης, συγκάλεσε επανειλημμένα το ΚΥΣΕΑ και προχώρησε στην εκπόνηση και εφαρμογή σχεδίων εκκένωσης και επαναπατρισμού Ελλήνων πολιτών από περιοχές της Μέσης Ανατολής.

Τη δεύτερη ημέρα των αμερικανοϊσραηλινών επιθετικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν (1 Μαρτίου 2026) αναχαιτίσθηκαν δύο πύραυλοι που κατευθύνονταν προς την Κύπρο και πιθανότατα κατά της βρετανικής αεροπορικής βάσης στο Ακρωτήρι. Όπως επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια, οι πύραυλοι εκτοξεύτηκαν από τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου. Ωστόσο, αυτό το γεγονός ήταν η αφορμή της εμπλοκής των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στην ιρανική κρίση. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, αποφασίστηκαν:

● Η μεταστάθμευση τεσσάρων αεροσκαφών F-16 Viper στο αεροδρόμιο της Πάφου της Κύπρου.

● Η αποστολή και ανάπτυξη της Φ/Γ «Κίμων» και της Φ/Γ «Ψαρά» στην ανατολική Μεσόγειο.

● Η ανάπτυξη μιας συστοιχίας Patriot στη στρατηγική θέση της Καρπάθου, προκειμένου να αντιμετωπισθούν απειλές από βαλλιστικά βλήματα και επιθετικά drones.

Να σημειωθεί ότι στη Σαουδική Αραβία παρέμεινε ανεπτυγμένη η ελληνική Π/Β Patriot για την προστασία των κρίσιμων σαουδαραβικών ενεργειακών υποδομών, ενώ στην Ερυθρά Θάλασσα περιπολούσε η Φ/Γ «Ύδρα» στο πλαίσιο της επιχείρησης «Eunavfor Aspides» για την προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας.

5. Πολιτικές και διπλωματικές συνέπειες: Στο εσωτερικό της Ελλάδας, η ιρανική κρίση προκάλεσε ποικίλες πολιτικές αντιδράσεις. Η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι εμπλέκει τη χώρα στις συγκρούσεις της περιοχής, ενώ η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η Ελλάδα πρέπει να τηρεί τις διεθνείς της συμμαχίες και να συμβάλλει στη σταθερότητα.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η Τεχεράνη αντιμετώπισε με καχυποψία τη χρήση ελληνικών στρατιωτικών υποδομών από τις αμερικανικές δυνάμεις.Πολύ γρήγορα, οι σχέσεις Αθήνας και Τεχεράνης επιδεινώθηκαν σημαντικά. Ωστόσο, παρά την ένταση, η Αθήνα απέφυγε τη σκληρή ρητορική απέναντι στο Ιράν και συνέχισε να τονίζει αφενός ότι η εμπλοκή της είχε αμυντικό χαρακτήρα, αφετέρου την ανάγκη για διπλωματική λύση και διαπραγματεύσεις. Προφανώς, η Ελλάδα ανησύχησε ιδιαίτερα για τις επιπτώσεις στη ναυτιλία και την ενεργειακή ασφάλεια, καθώς η αστάθεια στον Περσικό Κόλπο επηρεάζει άμεσα το διεθνές εμπόριο και τις τιμές του πετρελαίου, αλλά και για πιθανά αντίποινα το επόμενο χρονικό διάστημα.

6. Το μέλλον των ελληνοϊρανικών σχέσεων: Μετά την κρίση, εκτιμάται ότι η Ελλάδα θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε τρεις βασικούς άξονες:

Τη συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ.

Την ανάγκη διατήρησης σχέσεων συνεργασίας με τις χώρες του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν.

Το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι οι σχέσεις Ελλάδας – Ιράν θα παραμείνουν τυπικές, χωρίς στενή συνεργασία. Η Αθήνα δύσκολα θα απομακρυνθεί από τον δυτικό προσανατολισμό, ειδικά σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων στην περιοχή. Ωστόσο, δεν αναμένεται ή έστω δεν θα επιλέξει την πλήρη ρήξη με το Ιράν. Η γεωγραφική της θέση, η ναυτιλία και ο ρόλος της ως πιθανού μελλοντικού ενεργειακού κόμβου απαιτούν προσεκτική και ισορροπημένη εξωτερική πολιτική.

Συνολικά η ιρανική κρίση του 2026 έδειξε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής. Οι σχέσεις της με το Ιράν θα συνεχίσουν να κινούνται σε ένα πλαίσιοπροσεκτικής διπλωματίας, με περιορισμένη συνεργασία, αλλά συνεχή επικοινωνία.

* Ο Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι ταξίαρχος ε.α. της Π.Α., γεωστρατηγικός αναλυτής ([email protected])

Διαβάστε επίσης:

Έτοιμος για συμβιβασμούς δηλώνει ο Πούτιν, περιμένει υποχωρήσεις κι από το Κίεβο για να τελειώσει ο πόλεμος

«Υπόθεση Πελικό» συγκλονίζει την Ολλανδία: Τέσσερις άνδρες νάρκωναν και βίαζαν τις συζύγους τους

Τα επεισόδια μετά τη νίκη της Παρί Σεν Ζερμέν «βούτυρο στο ψωμί» των ακροδεξιών υποψηφίων

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΣΑΒΒΑΤΟ 06.06.2026 08:13