Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Να ένας τίτλος που κανείς δεν θα περίμενε να διαβάσει, ειδικότερα εάν λάβουμε υπόψη μας την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Προέδρου Τραμπ, τις αόριστες και επαναλαμβανόμενες δηλώσεις ότι «όλα είναι τέλεια», αλλά και τη διεθνή κατακραυγή. Έτσι, παρατηρώντας κάποιος τους οικονομικούς δείκτες των Ηνωμένων Πολιτειών, ίσως δυσκολευόταν να καταλάβει γιατί η χώρα βρίσκεται σε διαρκή πολιτική ένταση.
Και τι εννοούμε με αυτό: Η αμερικανική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμούς που οι περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες θα ζήλευαν, η ανεργία παραμένει σχετικά χαμηλή, οι χρηματιστηριακές αγορές διατηρούν τη δυναμική τους και η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί νέες προσδοκίες για παραγωγικότητα και κέρδη.
Κι όμως, η οικονομική επιτυχία των ΗΠΑ δεν οφείλεται στις πολιτικές τής σημερινής κυβέρνησης, αλλά συμβαίνει ανεξάρτητα απ’ αυτές. Η αμερικανική οικονομία συνεχίζει να υπεραποδίδει σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, κουβαλώντας μάλιστα ένα σημαντικό βάρος: αυτό που ονομάζει «φόρο MAGA».
Ο όρος παραπέμπει φυσικά στο σύνθημα «Make America Great Again» («Κάντε την Αμερική Σπουδαία Πάλι») του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά δεν πρόκειται για πραγματικό φόρο. Είναι ένας τρόπος να περιγραφεί το οικονομικό κόστος που προκαλεί ένας συνδυασμός πολιτικών επιλογών: οι υψηλοί δασμοί, η δραστική μείωση της μετανάστευσης και ένα κλίμα διαρκούς πολιτικής αβεβαιότητας που επηρεάζει επενδυτές και επιχειρήσεις.
Το επιχείρημα του «Economist», που έχει αναλυτικές πληροφορίες, είναι ιδιαίτερα αιχμηρό. Υπολογίζει ότι οι συγκεκριμένες πολιτικές αφαίρεσαν περίπου 0,75 ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας το 2025. Με άλλα λόγια, αντί για ανάπτυξη γύρω στο 2%, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να είχαν πλησιάσει το 3%. Η διαφορά ίσως ακούγεται μικρή, όμως σε μια οικονομία μεγέθους άνω των 30 τρισεκατομμυρίων δολαρίων μεταφράζεται σε τεράστιο πλούτο, επενδύσεις και θέσεις εργασίας.
Το εντυπωσιακό είναι ότι, ακόμη και με αυτό το «φρένο», οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αφήνουν πίσω τους σχεδόν όλους τους μεγάλους ανεπτυγμένους ανταγωνιστές τους. Στη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιαπωνία οι ρυθμοί ανάπτυξης παραμένουν υποτονικοί, συχνά κοντά στο μηδέν. Οι προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δείχνουν ότι το αμερικανικό προβάδισμα δεν πρόκειται να εξαφανιστεί σύντομα, αλλά πιθανότατα θα διατηρηθεί μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ερώτημα: Τι ακριβώς κάνει η Αμερική σωστά και τόσες άλλες οικονομίες δυσκολεύονται να την ακολουθήσουν;
Μέρος της απάντησης βρίσκεται σε πλεονεκτήματα που δύσκολα αντιγράφονται. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν μια τεράστια ενιαία αγορά, κοινή γλώσσα, πλούσιους φυσικούς πόρους και το προνόμιο να εκδίδουν το κυρίαρχο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Επιπλέον, το ομοσπονδιακό τους σύστημα επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία. Αν μια πολιτεία εφαρμόσει μια αποτυχημένη πολιτική, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι μπορούν σχετικά εύκολα να μετακινηθούν αλλού.
Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο, το σημαντικότερο στοιχείο είναι κάτι λιγότερο χειροπιαστό: η αμερικανική οικονομία έχει αποδειχθεί πιο πρόθυμη να αποδεχθεί την αναστάτωση που φέρνει η καινοτομία.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Ενώ πολλές χώρες συζητούν ακόμη για τους κινδύνους και τα ρυθμιστικά πλαίσια, οι Ηνωμένες Πολιτείες επενδύουν μαζικά σε υποδομές δεδομένων, ενεργειακά δίκτυα και νέες τεχνολογικές εφαρμογές. Η διαδικασία αυτή προκαλεί ανησυχίες για την αγορά εργασίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια νέα αύξηση της παραγωγικότητας.
Αντίστοιχα, η ενεργειακή επανάσταση του σχιστολιθικού πετρελαίου και φυσικού αερίου άλλαξε τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας απέναντι σε διεθνείς κρίσεις.
Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας (από τον Φεβρουάριο του 2021 έως τον Οκτώβριο του 2022) και ειδικός σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταγωνιστικότητα Μάριο Ντράγκι έχει συνοψίσει εύστοχα αυτή τη διαφορά. Όπως έχει επισημάνει, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια οικονομία που συνεχίζει να αναπτύσσεται ακόμη και μέσα στις ανατροπές που η ίδια προκαλεί.
Η σύγκριση με την Ευρώπη είναι αναπόφευκτη. Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι οι ευρωπαϊκές οικονομίες παγιδεύονται ολοένα και περισσότερο σε ένα πλέγμα κανονισμών, γραφειοκρατίας και πολιτικής διστακτικότητας. Η προστασία των υφιστάμενων δομών συχνά υπερισχύει της δημιουργίας νέων. Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ο «Economist» δεν περιορίζει την κριτική του στην Ευρώπη. Υποστηρίζει ότι και οι ίδιοι οι Αμερικανοί υποτιμούν το κόστος των πολιτικών που εφαρμόζονται σήμερα.
Οι προστατευτικοί δασμοί μπορεί να προσφέρουν βραχυπρόθεσμα οφέλη σε ορισμένους κλάδους, όμως αυξάνουν το κόστος για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Η εχθρική στάση απέναντι στη μετανάστευση αποθαρρύνει εργαζομένους υψηλής εξειδίκευσης που επί δεκαετίες τροφοδοτούσαν την αμερικανική καινοτομία. Παράλληλα, η αβεβαιότητα γύρω από τις κυβερνητικές αποφάσεις κάνει πολλές επιχειρήσεις να αναβάλλουν επενδυτικά σχέδια.
Η ζημιά αυτή δεν θα περιοριστεί στο παρόν. Αν οι ίδιες πολιτικές συνεχιστούν στις ΗΠΑ για χρόνια, υπάρχει κίνδυνος να διαβρωθούν σταδιακά τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκε η ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη. Ακόμη πιο ανησυχητικό θεωρείται το ενδεχόμενο να μετατραπεί η πολιτική εύνοια σε σημαντικότερο παράγοντα επιτυχίας από την καινοτομία. Όταν οι επιχειρήσεις αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στο να εξασφαλίσουν προνομιακή μεταχείριση από το κράτος παρά στο να αναπτύξουν νέα προϊόντα, η οικονομική αποτελεσματικότητα υποχωρεί και η διαφθορά αποκτά μεγαλύτερο χώρο.
Η συζήτηση αποκτά διεθνή σημασία επειδή πολλές πολιτικές δυνάμεις σε όλο τον κόσμο παρακολουθούν το αμερικανικό παράδειγμα. Από το Μεξικό μέχρι τη Γαλλία και τη Βρετανία, λαϊκιστικά αλλά και παραδοσιακά κόμματα εξετάζουν την υιοθέτηση πολιτικών προστατευτισμού, κρατικού παρεμβατισμού και περιορισμού της μετανάστευσης.
Ποιο είναι το συμπέρασμα; Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αναπτύσσονται ανεξάρτητα απ’ αυτές τις πολιτικές, αυτό συμβαίνει επειδή διαθέτουν μοναδικά πλεονεκτήματα που δεν υπάρχουν αλλού. Άλλες χώρες ενδέχεται να μην έχουν την ίδια αντοχή. Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό δίδαγμα της αμερικανικής περίπτωσης. Η οικονομική επιτυχία δεν αποδεικνύει απαραίτητα ότι όλες οι πολιτικές επιλογές είναι σωστές. Μερικές φορές αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο: ότι ένα ισχυρό σύστημα μπορεί να συνεχίσει να προχωρά ακόμη και όταν του βάζουν εμπόδια.
Το ερώτημα για το μέλλον δεν είναι αν η αμερικανική οικονομία παραμένει ισχυρή. Οι αριθμοί δείχνουν πως παραμένει. Το ερώτημα είναι πόσο πιο ισχυρή θα μπορούσε να είναι χωρίς το βάρος που η ίδια της η πολιτική ηγεσία επιλέγει να της επιβάλλει.
Διαβάστε επίσης:
Τσίπρας: Παίρνει τα ηνία της αναδιάταξης σε Αριστερά και Κεντροαριστερά
Ορμούζ και Λίβανος απειλούν την εκεχειρία
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.