Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΜία υπόθεση που ξεκίνησε ως μια από τις μεγαλύτερες αθλητικές ανακοινώσεις της χρονιάς εξελίσσεται πλέον σε μια πολυσύνθετη δικαστική αντιπαράθεση με διεθνείς προεκτάσεις. Η προγραμματισμένη αναμέτρηση του Floyd Mayweather με τον Μιχάλη Ζαμπίδη στην Αθήνα πριν από δυο εμβδομάδες, δεν έφερε μόνο έντονο ενδιαφέρον στους φίλους των μαχητικών αθλημάτων, αλλά βρέθηκε στο επίκεντρο μιας σκληρής νομικής διαμάχης που εκδικάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες και αφορά αποκλειστικές συμβάσεις, εκατομμύρια δολάρια και δικαιώματα διοργάνωσης κορυφαίων αγώνων.
Σύμφωνα με αγωγή 34 σελίδων που κατατέθηκε στις 18 Ιουνίου 2026 στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης, τρεις εταιρείες του ομίλου CSI Entertainment υποστηρίζουν ότι ο Αμερικανός πυγμάχος παραβίασε δεσμευτικές συμφωνίες που είχαν συναφθεί για την επιστροφή του στα ρινγκ, προκαλώντας -όπως ισχυρίζονται- σοβαρή οικονομική ζημία και στερώντας τους αποκλειστικά εμπορικά, τηλεοπτικά και streaming δικαιώματα μεγάλης αξίας.
Την αγωγή έχουν καταθέσει οι CSI Entertainment LLC, CSI Sports Events LLC και CSI Entertainment Events LLC, οι οποίες στρέφονται τόσο κατά του Floyd Mayweather όσο και κατά της Frist Apex Ventures LLC, της εταιρείας μέσω της οποίας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, διαχειρίζονται οι οικονομικές συμφωνίες του Αμερικανού πρωταθλητή. Οι ενάγουσες εταιρείες υποστηρίζουν ότι οι μεταξύ τους συμβάσεις παραβιάστηκαν, ζητώντας αποζημιώσεις εκατομμυρίων δολαρίων. Όπως αναφέρουν, η δικαστική αυτή παρέμβαση είχε ως αποτέλεσμα να ακυρωθεί ο προγραμματισμένος αγώνας του Mayweather με τον Μιχάλη Ζαμπίδη, ενώ επιδιώκουν ακόμη να εμποδιστεί οποιαδήποτε άλλη αγωνιστική του συμμετοχή εκτός όσων προβλέπονται στις συμβάσεις που είχαν υπογραφεί.
Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται μια σειρά συμφωνιών που, σύμφωνα με την αγωγή, άρχισε να διαμορφώνεται το καλοκαίρι του 2025. Οι εταιρείες της CSI υποστηρίζουν ότι ύστερα από διαπραγματεύσεις εξασφάλισαν αποκλειστικά δικαιώματα για τους επόμενους μεγάλους αγώνες του Floyd Mayweather, σχεδιάζοντας μια συνολική επιχειρηματική στρατηγική γύρω από την επιστροφή του θρυλικού πυγμάχου.
Η πρώτη μεγάλη διοργάνωση που βρισκόταν στον σχεδιασμό ήταν ένας αγώνας απέναντι στον Mike Tyson, ο οποίος θα λειτουργούσε ως το εναρκτήριο γεγονός της συνεργασίας. Στη συνέχεια θα ακολουθούσε η πολυαναμενόμενη επιστροφή του Mayweather στην επαγγελματική πυγμαχία απέναντι στον Manny Pacquiao, σε μια νέα αναμέτρηση που θα αναβίωνε την ιστορική μονομαχία των δύο αθλητών από το 2015.

Κατά τους ενάγοντες, όμως, το οικονομικό σκέλος των συγκεκριμένων αγώνων αποτελούσε μόνο ένα μέρος του συνολικού επιχειρηματικού σχεδίου. Η πραγματική αξία της συμφωνίας βρισκόταν στην αξιοποίηση των δύο διοργανώσεων ως κεντρικού άξονα ανάπτυξης των εμπορικών σημάτων CSI SPORTS και FIGHT SPORTS σε διεθνές επίπεδο. Η στρατηγική αυτή περιλάμβανε αποκλειστικά δικαιώματα τηλεοπτικής μετάδοσης, streaming, παραγωγής πρωτότυπου περιεχομένου και δημιουργίας εκπομπών που θα κατέγραφαν την προετοιμασία, την καθημερινότητα και όλες τις δραστηριότητες του Floyd Mayweather πριν, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τις αναμετρήσεις.
Η πρώτη από τις συμβάσεις, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αγωγή, υπεγράφη στις 10 Αυγούστου 2025 ανάμεσα στην CSI Sports Events και τη Frist Apex Ventures. Η συμφωνία προέβλεπε τη διοργάνωση του αγώνα Mayweather–Tyson την άνοιξη του 2026. Παράλληλα, ο ίδιος ο Floyd Mayweather υπέγραψε ξεχωριστή επιστολή δέσμευσης, με την οποία επιβεβαίωνε ότι η Frist διέθετε το αποκλειστικό δικαίωμα να παραχωρεί τις υπηρεσίες και τα δικαιώματά του στην CSI, ότι είχε λάβει γνώση όλων των όρων της συμφωνίας και ότι θα προχωρούσε σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για την πλήρη εφαρμογή της.
Η συγκεκριμένη συμφωνία προέβλεπε συνολική αμοιβή ύψους 14 εκατομμυρίων για τον Floyd Mayweather. Με την υπογραφή της σύμβασης, η CSI κατέβαλε προκαταβολή 2 εκατομμυρίων, ποσό που μεταφέρθηκε στη Frist σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Οι ενάγοντες επισημαίνουν ότι η καταβολή των χρημάτων συνδεόταν άμεσα με την αποκλειστικότητα που αποκτούσε η εταιρεία για τον επόμενο αγώνα του Αμερικανού πυγμάχου, γεγονός που -όπως υποστηρίζουν- απαγόρευε ρητά τη συμμετοχή του σε οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική ή επιδεικτική αναμέτρηση πριν από τον αγώνα με τον Mike Tyson, εκτός εάν υπήρχε προηγούμενη έγγραφη συναίνεση της CSI.
Στην αγωγή επισημαίνεται ακόμη ότι η συγκεκριμένη ρήτρα θεωρούνταν κομβικής σημασίας για την εμπορική επιτυχία της διοργάνωσης. Οι εταιρείες υποστηρίζουν πως οποιαδήποτε διαφορετική εμφάνιση του Mayweather πριν από τον αγώνα με τον Tyson θα μπορούσε να μειώσει την εμπορική αξία του γεγονότος, να επηρεάσει αρνητικά την εικόνα των εμπορικών σημάτων που είχαν επενδύσει εκατομμύρια δολάρια στη συνεργασία ή ακόμη και να οδηγήσει σε πλήρη ανατροπή του επιχειρηματικού σχεδιασμού σε περίπτωση τραυματισμού του αθλητή.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 2025 η CSI ανακοίνωσε επισήμως τη συνεργασία, παρουσιάζοντας τον αγώνα Mayweather–Tyson ως ένα από τα σημαντικότερα πυγμαχικά γεγονότα του 2026. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο δικόγραφο, ο Floyd Mayweather όχι μόνο δεν αμφισβήτησε ποτέ δημοσίως το περιεχόμενο της ανακοίνωσης, αλλά αντιθέτως αναπαρήγαγε ο ίδιος τη σχετική είδηση στους προσωπικούς λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καλώντας μάλιστα τους εκατομμύρια ακολούθους του να προτείνουν την πόλη που θα φιλοξενούσε τον μεγάλο αγώνα.
Η συνεργασία των δύο πλευρών, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αγωγή, δεν σταμάτησε στην πρώτη συμφωνία. Αντίθετα, λίγους μήνες αργότερα επεκτάθηκε με ακόμη μεγαλύτερες οικονομικές και εμπορικές δεσμεύσεις, καθώς στόχος ήταν να διαμορφωθεί ένα ολοκληρωμένο πλάνο που θα περιλάμβανε τις μεγαλύτερες αναμετρήσεις που θα μπορούσε να δώσει ο Floyd Mayweather μετά την επιστροφή του.
Όπως αναφέρεται στο δικόγραφο, στις 6 Νοεμβρίου 2025 η CSI Entertainment Events προχώρησε στην υπογραφή νέας αποκλειστικής συμφωνίας με τη Frist Apex Ventures, αυτή τη φορά για τον αγώνα που θα ακολουθούσε μετά την αναμέτρηση με τον Mike Tyson. Η σύμβαση προέβλεπε ότι αντίπαλος του Mayweather θα ήταν ο Manny Pacquiao, επαναφέροντας στο προσκήνιο μία από τις πιο εμπορικές αντιπαλότητες στην ιστορία της παγκόσμιας πυγμαχίας. Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, ο ίδιος ο Αμερικανός πυγμάχος υπέγραψε νέα επιστολή δέσμευσης, επιβεβαιώνοντας εκ νέου ότι αποδέχεται όλους τους συμβατικούς όρους και παρέχοντας προσωπική εγγύηση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Frist. Παράλληλα δεσμευόταν ότι για όσο διάστημα ίσχυε η αποκλειστικότητα δεν θα συμμετείχε, δεν θα διαφήμιζε ούτε θα συμφωνούσε οποιαδήποτε άλλη αναμέτρηση ή διοργάνωση με τρίτους.
Η δεύτερη αυτή συμφωνία προέβλεπε ακόμη μεγαλύτερα οικονομικά ανταλλάγματα. Για τον αγώνα απέναντι στον Manny Pacquiao είχε συμφωνηθεί αμοιβή 35 εκατομμυρίων δολαρίων, καθώς και ποσοστό 20% επί των εσόδων από πιθανή μετάδοση pay-per-view. Σε περίπτωση που αντίπαλος δεν ήταν ο Pacquiao αλλά άλλος πυγμάχος εγκεκριμένος από την CSI, η αμοιβή διαμορφωνόταν στα 20 εκατομμύρια δολάρια, επίσης με συμμετοχή 20% στα έσοδα από PPV. Με την υπογραφή της συμφωνίας καταβλήθηκε νέα προκαταβολή ύψους 2,5 εκατομμυρίων δολαρίων προς τη Frist, ανεβάζοντας -σύμφωνα με τους ενάγοντες- τις συνολικές προκαταβολές που είχαν ήδη δοθεί μέσω της εταιρείας του Mayweather στα 4,5 εκατομμύρια δολάρια.

Η επιχειρηματική συνεργασία επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο στις αρχές του 2026. Σύμφωνα με την αγωγή, στις 22 Φεβρουαρίου 2026 υπογράφηκε τροποποιητική συμφωνία με την οποία η CSI Entertainment Events εξασφάλιζε αποκλειστικά δικαιώματα και για τον αμέσως επόμενο αγώνα του Floyd Mayweather μετά την αναμέτρηση με τον Mike Tyson. Η νέα αυτή συμφωνία προέβλεπε ότι ο πυγμάχος δεν θα μπορούσε να ανακοινώσει ή να συμμετάσχει σε οποιονδήποτε άλλο αγώνα πριν εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ήδη υπογεγραμμένες συμβάσεις.
Κατά τους ενάγοντες, η συγκεκριμένη τροποποίηση δεν αποτελούσε μια μεμονωμένη επιχειρηματική πράξη, αλλά συνδεόταν άμεσα με μια δεύτερη συμφωνία που είχε υπογραφεί παράλληλα με τις εταιρείες 89 Blocks Holdings LLC και Players Era LLC. Μέσω αυτής της συνεργασίας προβλεπόταν ότι οι εταιρείες που συμμετείχαν στο πρότζεκτ του Mayweather και του Pacquiao θα παραχωρούσαν στην CSI και στο FIGHT SPORTS σημαντικά εμπορικά δικαιώματα διεθνούς προβολής. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, είχε συμφωνηθεί ότι το FIGHT SPORTS θα απολάμβανε τα ίδια προνόμια προβολής, τις ίδιες εμπορικές αναφορές, τα ίδια λογότυπα και αντίστοιχη παρουσία με τις εταιρείες προώθησης των δύο θρυλικών πυγμάχων σε περίπτωση που ο αγώνας Mayweather–Pacquiao μεταδιδόταν παγκοσμίως μέσω του Netflix.
Στο ίδιο επιχειρηματικό πλαίσιο προβλεπόταν ακόμη καταβολή 5 εκατομμυρίων δολαρίων προς το CSI/FIGHT SPORTS. Επιπλέον, η CSI Entertainment Events αναλάμβανε την υποχρέωση να διαθέσει άλλα 5 εκατομμύρια δολάρια προκειμένου να αποκτήσει τα αποκλειστικά δικαιώματα και του αμέσως επόμενου αγώνα του Floyd Mayweather μετά τον Pacquiao. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εταιρειών, όλες αυτές οι συμφωνίες αποτελούσαν τμήμα μιας ενιαίας στρατηγικής που θα εξασφάλιζε στον όμιλο κυρίαρχη θέση στα μεγαλύτερα πυγμαχικά γεγονότα της εποχής.
Η κατάσταση άρχισε να διαφοροποιείται, όπως αναφέρεται στην αγωγή, μετά τις 10 Φεβρουαρίου 2026 και πριν από τις 24 Φεβρουαρίου 2026, όταν ο Floyd Mayweather ενημέρωσε την CSI ότι στο εξής για κάθε θέμα που τον αφορούσε η επικοινωνία θα γινόταν μέσω του Walter Jordon. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 24 Φεβρουαρίου 2026, ο Jordon απέστειλε μήνυμα μέσω WhatsApp στον Richard Miele της CSI, ενημερώνοντάς τον ότι ο Mayweather επρόκειτο να ανακοινώσει αγώνα στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 2026 απέναντι στον Μιχάλη Ζαμπίδη. Στο ίδιο μήνυμα, σύμφωνα με το δικόγραφο, διευκρινιζόταν ότι η συγκεκριμένη αναμέτρηση θα διεξαγόταν μετά τον αγώνα με τον Mike Tyson και θα λειτουργούσε ως προετοιμασία ενόψει της αναμέτρησης με τον Manny Pacquiao.
Οι εταιρείες της CSI υποστηρίζουν ότι η ενημέρωση αυτή προκάλεσε άμεση ανησυχία, καθώς θεωρούσαν πως ακόμη και η δημόσια ανακοίνωση διαφορετικού αγώνα πριν από την πραγματοποίηση του Tyson Fight παραβίαζε τις συμβατικές δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί. Όπως αναφέρεται στην αγωγή, ο Richard Miele απάντησε αμέσως ζητώντας να μην υπάρξει οποιαδήποτε ανακοίνωση μέχρι να προηγηθεί επικοινωνία μεταξύ των δύο πλευρών, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη δημιουργούσε σοβαρό ζήτημα σε σχέση με τις υπογεγραμμένες συμφωνίες.
Τρεις ημέρες αργότερα, στις 27 Φεβρουαρίου 2026, ο Floyd Mayweather ολοκλήρωσε τις προβλεπόμενες ιατρικές εξετάσεις που σχετίζονταν με τον αγώνα απέναντι στον Mike Tyson. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, σύμφωνα με την τροποποιημένη συμφωνία, ενεργοποιούσε την υποχρέωση καταβολής νέας δόσης ύψους 150.000 δολαρίων προς τον πυγμάχο.
Η αγωγή αναφέρει ότι ο Mayweather ζήτησε το συγκεκριμένο ποσό να του καταβληθεί σε μετρητά. Οι εκπρόσωποι της CSI, όπως υποστηρίζουν, αποδέχθηκαν το αίτημα και ταξίδεψαν στην Καλιφόρνια προκειμένου να του παραδώσουν προσωπικά τα χρήματα. Η συνάντηση είχε προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί στο Peninsula Hotel στο Beverly Hills. Όταν όμως έφθασαν στο ξενοδοχείο, ενημερώθηκαν ότι ο Floyd Mayweather δεν θα εμφανιζόταν και ότι τα χρήματα θα παραλάμβανε για λογαριασμό του η Chelsea Rae Flowers. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, η Flowers παρέλαβε και καταμέτρησε το ποσό, ενώ την επόμενη ημέρα υπεγράφη σχετική απόδειξη παραλαβής, στην οποία γινόταν ρητή αναφορά ότι η πληρωμή αφορούσε τη συμφωνία για τον αγώνα με τον Mike Tyson.
Οι ενάγοντες θεωρούν ότι από εκείνο το χρονικό σημείο ξεκίνησε η οριστική επιδείνωση των σχέσεων των δύο πλευρών. Όπως υποστηρίζουν, μόλις μία ημέρα μετά την υπογραφή της απόδειξης παραλαβής των χρημάτων, στις 2 Μαρτίου 2026, ο Floyd Mayweather προχώρησε σε ανάρτηση στον προσωπικό του λογαριασμό στο Instagram ανακοινώνοντας ότι στις 27 Ιουνίου 2026 θα αντιμετωπίσει τον Μιχάλη Ζαμπίδη στην Ελλάδα. Την επόμενη ημέρα, στις 3 Μαρτίου 2026, δημοσίευσε νέο προωθητικό υλικό για την ίδια διοργάνωση, εξέλιξη που σύμφωνα με την CSI αποτέλεσε το πρώτο δημόσιο βήμα μιας σύγκρουσης η οποία λίγους μήνες αργότερα θα μεταφερόταν στις δικαστικές αίθουσες των Ηνωμένων Πολιτειών.

Παρά τις δημόσιες ανακοινώσεις για τον αγώνα στην Ελλάδα, οι εταιρείες του ομίλου CSI υποστηρίζουν ότι δεν επέλεξαν εξαρχής τη δικαστική οδό. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αγωγή, η πρώτη τους κίνηση ήταν να επιχειρήσουν να διαφυλάξουν τα δικαιώματα που θεωρούσαν ότι εξακολουθούσαν να απορρέουν από τις συμβάσεις που είχαν υπογραφεί με τον Floyd Mayweather και τη Frist Apex Ventures. Για τον λόγο αυτό ανέθεσαν την υπόθεση σε ελληνικό δικηγορικό γραφείο, το οποίο ανέλαβε να ενημερώσει επισήμως όλους όσοι συμμετείχαν στην προετοιμασία της διοργάνωσης στην Ελλάδα.
Στις 12 Μαρτίου 2026, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, απεστάλησαν εξώδικες δηλώσεις προς τον Μιχάλη Ζαμπίδη, την εταιρεία So Fine, το ΟΑΚΑ και την Ticketmaster Hellas. Οι ενάγοντες γνωστοποιούσαν ότι, κατά την άποψή τους, διέθεταν αποκλειστικά συμβατικά δικαιώματα για τους επόμενους αγώνες του Floyd Mayweather και καλούσαν τους αποδέκτες να μην προχωρήσουν σε οποιαδήποτε ενέργεια σχετική με την προγραμματισμένη διοργάνωση μέχρι να αποσαφηνιστεί το νομικό καθεστώς.

Την ίδια περίοδο, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των εταιρειών, καταβλήθηκε προσπάθεια να βρεθεί λύση χωρίς προσφυγή στα δικαστήρια. Περί τις 17 Μαρτίου 2026 στάλθηκε στον Floyd Mayweather και στον συνεργάτη του Keane Anis σχέδιο συμφωνίας, με το οποίο προτεινόταν να πραγματοποιηθεί τελικά ο αγώνας με τον Μιχάλη Ζαμπίδη, αλλά υπό δύο βασικές προϋποθέσεις. Η πρώτη ήταν να προηγηθεί η αναμέτρηση με τον Mike Tyson, όπως προέβλεπαν οι ήδη υπογεγραμμένες συμβάσεις, και η δεύτερη η παραγωγή και η τηλεοπτική μετάδοση του αγώνα στην Ελλάδα να πραγματοποιηθούν από την CSI και το FIGHT SPORTS, ώστε να διατηρηθεί, σύμφωνα με τους ενάγοντες, το αποκλειστικό εμπορικό πλαίσιο της συνεργασίας.
Η προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης δεν απέδωσε. Αντίθετα, στις 7 Μαΐου 2026, σύμφωνα με την αγωγή, ο Floyd Mayweather εμφανίστηκε σε συνέντευξη Τύπου και δήλωσε δημόσια ότι ο αγώνας με τον Μιχάλη Ζαμπίδη θα διεξαχθεί κανονικά στις 27 Ιουνίου 2026 στην Ελλάδα. Για τις εταιρείες της CSI, η συγκεκριμένη δημόσια τοποθέτηση αποτέλεσε σαφή ένδειξη ότι ο Αμερικανός πυγμάχος δεν προτίθεται να τηρήσει τις δεσμεύσεις που -κατά τους ίδιους- είχε αναλάβει με τις συμβάσεις του 2025 και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις τους.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 12 Μαΐου 2026, ο Richard Miele απέστειλε επιστολή προς τον Floyd Mayweather, τον Walter Jordon, τη Frist και τα υπόλοιπα πρόσωπα που, σύμφωνα με την αγωγή, εμπλέκονταν στη διαχείριση της υπόθεσης. Στην επιστολή αυτή γινόταν εκτενής αναφορά σε σειρά ενεργειών που οι ενάγοντες θεωρούσαν ότι συνιστούσαν ουσιώδεις παραβιάσεις των συμβάσεων, ενώ παράλληλα παρέμενε ανοικτό το ενδεχόμενο εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, με στόχο να υλοποιηθούν οι συμφωνημένες διοργανώσεις και να αποφευχθεί μια πολυδάπανη δικαστική αντιπαράθεση.
Στο ίδιο έγγραφο γνωστοποιούνταν ότι ο Mike Tyson είχε τραυματιστεί στο χέρι και δεν ήταν σε θέση να αγωνιστεί στην αρχικά προγραμματισμένη ημερομηνία της 30ής Μαΐου 2026. Ωστόσο, σύμφωνα με την CSI, το γεγονός αυτό δεν ανέτρεπε τις συμβάσεις ούτε απάλλασσε τον Floyd Mayweather από τις υποχρεώσεις του. Αντίθετα, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι όροι της συμφωνίας προέβλεπαν ρητά πως, σε περίπτωση τραυματισμού του Tyson, η διοργανώτρια εταιρεία είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να μεταθέσει την αναμέτρηση έως και τις 30 Νοεμβρίου 2026. Παράλληλα, σημειώνουν ότι ο Mayweather θα μπορούσε να αγωνιστεί αλλού μόνο εφόσον υπήρχε επίσημη ιατρική γνωμάτευση σύμφωνα με την οποία ο Tyson δεν θα ήταν σε θέση να αγωνιστεί για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών. Κατά τους ισχυρισμούς της CSI, τέτοια γνωμάτευση δεν εκδόθηκε ποτέ και συνεπώς οι συμβατικές δεσμεύσεις εξακολουθούσαν να ισχύουν στο ακέραιο.
Παρά τις ενστάσεις αυτές, η προετοιμασία της διοργάνωσης στην Ελλάδα συνεχίστηκε. Σύμφωνα με την αγωγή, στις 20 Μαΐου 2026 το ελληνικό δικηγορικό γραφείο που είχε αναλάβει την υπόθεση απέστειλε νέα εξώδικα προς τη More.com, η οποία είχε αντικαταστήσει την Ticketmaster στη διάθεση των εισιτηρίων, καθώς και προς τις εταιρείες Momentum Events, White Veil και τη διοίκηση του ΟΑΚΑ. Οι αποδέκτες ενημερώνονταν εκ νέου ότι, σύμφωνα με τους ενάγοντες, υπήρχαν αποκλειστικά συμβατικά δικαιώματα υπέρ της CSI και καλούνταν να μην προβούν σε καμία ενέργεια που θα συνδεόταν με τη διεξαγωγή του αγώνα.
Την ίδια ώρα συνεχίζονταν οι επαφές ανάμεσα στους νομικούς εκπροσώπους των δύο πλευρών, σε μια ύστατη προσπάθεια να αποφευχθεί η οριστική ρήξη. Σύμφωνα με την αγωγή, μέχρι και τις 8 Ιουνίου 2026 υπήρχαν διαπραγματεύσεις με στόχο την εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής λύσης, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Η εξέλιξη που, σύμφωνα με τους ενάγοντες, οδήγησε οριστικά την υπόθεση στα δικαστήρια σημειώθηκε στις 9 Ιουνίου 2026. Εκείνη την ημέρα ο δικηγόρος του Floyd Mayweather απέστειλε στον Richard Miele έγγραφο με τίτλο «Notice of Termination», μέσω του οποίου γνωστοποιούσε ότι ο Αμερικανός πυγμάχος τερματίζει τη συνεργασία του με τις εταιρείες του ομίλου CSI. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι ακόμη και η συγκεκριμένη ενέργεια αποδείκνυε πως ο ίδιος ο Mayweather αναγνώριζε ότι οι συμφωνίες δεν αφορούσαν μόνο τις δύο εταιρείες που υπέγραψαν τις αρχικές συμβάσεις, αλλά επεκτείνονταν και στις υπόλοιπες συνδεδεμένες εταιρείες του ομίλου, μεταξύ των οποίων και η μητρική CSI Entertainment.
Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως αναφέρεται στην αγωγή, η δικαστική προσφυγή θεωρήθηκε πλέον αναπόφευκτη. Οι εταιρείες εκτιμούσαν ότι κινδύνευαν να χάσουν οριστικά τα αποκλειστικά δικαιώματα που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, είχαν αποκτήσει καταβάλλοντας εκατομμύρια δολάρια, γεγονός που τις οδήγησε στην κατάθεση αγωγής και στην υποβολή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση του αγώνα του Floyd Mayweather με τον Μιχάλη Ζαμπίδη και τη μετάθεσή του, πιθανόν για τον Σεπτέμβριο.
Στο δικόγραφο υποστηρίζεται ακόμη ότι οι παραβιάσεις που αποδίδονται στον Floyd Mayweather και στη Frist Apex Ventures δεν περιορίζονται μόνο στην ανακοίνωση και την προώθηση του αγώνα στην Ελλάδα. Οι ενάγοντες κάνουν λόγο για σειρά ενεργειών που, κατά την άποψή τους, παραβίασαν τις συμφωνίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι διαπραγματεύσεις με τρίτους πριν από την επίσημη ανακοίνωση, οι συμφωνίες που συνήφθησαν για τη διοργάνωση του αγώνα στην Ελλάδα, η συνεργασία με την Everwonder, καθώς και η αποστολή της μονομερούς δήλωσης λύσης των συμβάσεων στις 9 Ιουνίου 2026. Κατά την CSI, όλες αυτές οι κινήσεις συνιστούν διαδοχικές παραβιάσεις των αποκλειστικών δικαιωμάτων που είχαν αποκτηθεί μέσω των συμφωνιών του 2025 και των τροποποιήσεων που ακολούθησαν.
Με βάση τα παραπάνω, οι ενάγουσες εταιρείες ζητούν από το δικαστήριο να διαταχθεί η επιστροφή των χρημάτων που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, καταβλήθηκαν χωρίς να υπάρξει το συμβατικό αντάλλαγμα. Ειδικότερα, η CSI Sports Events διεκδικεί αποκατάσταση ύψους 2.150.000 δολαρίων από τον Floyd Mayweather και 2.000.000 δολάρια από τη Frist, ενώ η CSI Entertainment Events ζητεί την επιστροφή 2.500.000 δολαρίων από τον Floyd Mayweather και τη Frist. Παράλληλα, οι εταιρείες επιμένουν ότι υπέστησαν ζημία που υπερβαίνει τα ποσά των προκαταβολών, καθώς υποστηρίζουν ότι έχασαν την ευκαιρία να αξιοποιήσουν εμπορικά δύο από τα σημαντικότερα πυγμαχικά γεγονότα που είχαν σχεδιαστεί για το 2026, υπόθεση που πλέον θα κριθεί στις αίθουσες του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης.
Ολόκληρη η αγωγή:
Διαβάστε επίσης:
Μουντιάλ 2026: Γαλλία – Ισπανία και Αγγλία – Αργεντινή για δύο θέσεις στον μεγάλο τελικό
Πανόραμα Μουντιάλ 2026: Αποτελέσματα και βαθμολογίες
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.