Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ επικείμενη πολιτική εμφάνιση του Αντώνη Σαμαρά, εφόσον επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες ότι θα προχωρήσει στην ίδρυση κόμματος, δεν πρόκειται απλώς να προσθέσει ακόμη έναν σχηματισμό στον ήδη κατακερματισμένο εκλογικό χάρτη. Μπορεί να προκαλέσει μια αλυσίδα μετακινήσεων, να θέσει σε κίνδυνο την κοινοβουλευτική επιβίωση τουλάχιστον τριών κομμάτων, να περιορίσει τη δυνατότητα της Νέας Δημοκρατίας να ανακτήσει δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της και, ταυτόχρονα, να αφαιρέσει μικρότερα αλλά πολιτικά κρίσιμα ακροατήρια ακόμη και από το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα.
Οι σχετικές πληροφορίες επιμένουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός κινείται προς τη δημιουργία ενός πατριωτικού, ταυτοτικού και σαφώς συντηρητικού κόμματος, με κεντρικές αναφορές στα εθνικά θέματα, στη μετανάστευση, στην παραδοσιακή οικογένεια και στην πολεμική κατά της αποκαλούμενης «woke ατζέντας». Η πολιτική του κατεύθυνση αποτυπώνεται ήδη στις επανειλημμένες παρεμβάσεις του κατά της κυβέρνησης και στις αιχμές του για την «ιδεολογική μετάλλαξη» της ΝΔ. Ο χρόνος ίδρυσης του νέου κόμματος παραμένει άδηλος, όμως η συζήτηση έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τη συμπεριφορά κομμάτων και ψηφοφόρων.
Η επίδραση, βεβαίως, δεν θα είναι ίδια για όλους. Υπάρχουν τρία κόμματα που κινδυνεύουν ευθέως, τέσσερα που μπορεί να υποστούν μικρότερες ή μεγαλύτερες απώλειες και ένα κυβερνών κόμμα για το οποίο ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη διαρροή μπορεί να αλλάξει ολόκληρο τον μετεκλογικό σχεδιασμό.
Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το όριο του 3% για την είσοδο στη Βουλή. Για έναν μεγάλο ή μεσαίο σχηματισμό, η απώλεια μίας ή δύο μονάδων είναι πολιτικά επώδυνη, αλλά συνήθως διαχειρίσιμη. Για ένα κόμμα που κινείται κοντά στο όριο, η ίδια μετακίνηση μπορεί να σημαίνει κοινοβουλευτική εξαφάνιση.
Γι’ αυτό η εμφάνιση Σαμαρά δεν χρειάζεται να προκαλέσει θεαματικές ανατροπές στις δημοσκοπήσεις για να έχει καθοριστικές συνέπειες. Εάν αποσπάσει ακόμη και μικρά τμήματα από συγγενείς πολιτικούς χώρους, μπορεί να στείλει ένα ή περισσότερα κόμματα κάτω από το 3%, να αλλάξει τον αριθμό των σχηματισμών που θα εκπροσωπηθούν στη Βουλή και να ανατρέψει την κατανομή των εδρών.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο θα πάρει ο Σαμαράς, αλλά και από ποιους θα πάρει, ποιοι θα αντέξουν και ποιοι θα μείνουν εκτός κοινοβουλευτικού παιχνιδιού.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν προέρχεται από τη Δεξιά ούτε μπορεί να ενταχθεί χωρίς επιφυλάξεις σε ένα παραδοσιακό ιδεολογικό σχήμα. Το ακροατήριό της, όμως, δεν είναι ομοιογενές. Περιλαμβάνει πολίτες με εντελώς διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, οι οποίοι ενώνονται κυρίως από την οργή κατά της κυβέρνησης, τη βαθιά δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και την αναζήτηση μιας δύναμης που εμφανίζεται αποφασισμένη να συγκρουστεί με το «σύστημα».
Μέσα σε αυτό το κοινό υπάρχει ένα σημαντικό συντηρητικό, πατριωτικό και αντιμητσοτακικό τμήμα, το οποίο δεν έχει σταθερούς δεσμούς με την Κεντροαριστερά και θα μπορούσε να μετακινηθεί προς τον Σαμαρά, εάν θεωρήσει ότι ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει ισχυρότερο πολιτικό εκτόπισμα, οργανωτική υποδομή και μεγαλύτερη δυνατότητα να προκαλέσει πραγματικό πλήγμα στη ΝΔ.
Η Καρυστιανού διαθέτει το πλεονέκτημα της κοινωνικής αναγνωρισιμότητας και του ηθικού συμβολισμού, αλλά καλείται πλέον να αποδείξει ότι το πολιτικό της εγχείρημα διαθέτει συνοχή, στελέχη και σαφή προσανατολισμό. Ο Σαμαράς μπορεί να της αφαιρέσει όχι τον πυρήνα όσων συνδέονται προσωπικά με την υπόθεση των Τεμπών, αλλά το περιφερειακό εκλογικό κοινό της οργής, το οποίο αναζητεί κάθε φορά τον ισχυρότερο διαθέσιμο φορέα αμφισβήτησης.
Για τη Νίκη, ο κίνδυνος είναι ακόμη πιο άμεσος. Το κόμμα στηρίζεται σε ένα ακροατήριο με έντονη αναφορά στην Ορθοδοξία, στην παραδοσιακή οικογένεια, στο έθνος και στην αντίθεση προς τις αλλαγές που θεωρεί ότι επιβάλλει η φιλελεύθερη πολιτισμική ατζέντα.
Αυτές ακριβώς είναι οι περιοχές στις οποίες επιλέγει να τοποθετηθεί ο Αντώνης Σαμαράς, αξιοποιώντας τη διαφωνία του με τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών και την κριτική του στην κυβέρνηση για τη λεγόμενη «woke ατζέντα». Η πρόσφατη επίθεσή του στη ΝΔ επιβεβαιώνει ότι τα ζητήματα ταυτότητας θα αποτελέσουν βασικό τμήμα της πολιτικής του πλατφόρμας.
Απέναντι σε ένα μικρό κόμμα περιορισμένης οργανωτικής και επικοινωνιακής εμβέλειας, ο Σαμαράς μπορεί να αντιπαραθέσει την ιδιότητα του πρώην πρωθυπουργού και πρώην προέδρου της ΝΔ, μαζί με ένα δίκτυο παλαιών στελεχών, αυτοδιοικητικών και τοπικών παραγόντων. Εάν καταφέρει να παρουσιάσει το εγχείρημά του ως «σοβαρή πατριωτική επιλογή» και όχι ως ακόμη ένα κόμμα διαμαρτυρίας, η Νίκη θα δυσκολευτεί να υπερασπιστεί το μεγαλύτερο μέρος της εκλογικής της δεξαμενής.
Η Αφροδίτη Λατινοπούλου έχει επενδύσει σε μια προσωποκεντρική, επιθετική δεξιά ρητορική, με αιχμές το μεταναστευτικό, τη δημόσια ασφάλεια, την «πολιτική ορθότητα», την οικογένεια και την κριτική προς τη ΝΔ επειδή, κατά την ίδια, έχει εγκαταλείψει τις παραδοσιακές συντηρητικές αξίες της.
Στην πράξη, δηλαδή, διεκδικεί μεγάλο μέρος του χώρου στον οποίο θέλει να εγκατασταθεί ο Αντώνης Σαμαράς. Η Λατινοπούλου διαθέτει ισχυρή παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναγνωρισιμότητα και ένα περισσότερο «αντισυστημικό» ύφος, όμως θα βρεθεί αντιμέτωπη με έναν πολιτικό που μπορεί να μιλήσει στο ίδιο ακροατήριο επικαλούμενος κυβερνητική εμπειρία, εθνικά ζητήματα και ιστορική σχέση με τη Νέα Δημοκρατία.
Για αρκετούς δεξιούς ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η επιλογή ενός πρώην αρχηγού της ΝΔ ενδέχεται να φαίνεται λιγότερο ριψοκίνδυνη από την ψήφο σε έναν νεότερο και μικρότερο σχηματισμό. Εάν μάλιστα δημιουργηθεί δυναμική εισόδου του κόμματος Σαμαρά στη Βουλή, ο γνωστός μηχανισμός της «χρήσιμης ψήφου» μπορεί να πιέσει ακόμη περισσότερο τη Φωνή Λογικής.
Η Ελληνική Λύση διαθέτει ευρύτερη εκλογική βάση, μεγαλύτερη κομματική οργάνωση και έναν αρχηγό που έχει κατοχυρώσει ισχυρό προσωπικό στίγμα. Συνεπώς, ο Κυριάκος Βελόπουλος δεν αντιμετωπίζει τον ίδιο άμεσο κίνδυνο κοινοβουλευτικής επιβίωσης με τη Νίκη ή τη Λατινοπούλου.
Υπάρχει, ωστόσο, σαφής επικάλυψη σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, μεταναστευτικού, εθνικής ταυτότητας, σχέσεων με την Εκκλησία και αντίθεσης στον κοινωνικό φιλελευθερισμό της κυβέρνησης. Ο Σαμαράς μπορεί να αποσπάσει ψηφοφόρους που θέλουν μια πατριωτική Δεξιά με κυβερνητική αναφορά, αλλά αισθάνονται λιγότερο άνετα με το καταγγελτικό ή αντισυστημικό προφίλ της Ελληνικής Λύσης.
Ο Βελόπουλος, από την πλευρά του, θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τον πρώην πρωθυπουργό ως μέρος του παλαιού πολιτικού συστήματος και να θυμίσει ότι κυβέρνησε μαζί με το ΠΑΣΟΚ, υπέγραψε μνημονιακές δεσμεύσεις και συνέβαλε στη διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης. Ακόμη κι αν αυτή η άμυνα αποδειχθεί αποτελεσματική, η παρουσία Σαμαρά μπορεί να περιορίσει το εκλογικό ταβάνι της Ελληνικής Λύσης και να της στερήσει την προοπτική να μετατραπεί στον μοναδικό μεγάλο πόλο δεξιά της ΝΔ.
Η μεγαλύτερη πολιτική ζημιά, όμως, δεν είναι βέβαιο ότι θα αποτυπωθεί σε κάποιο από τα μικρότερα κόμματα. Το πραγματικό επίδικο αφορά τη Νέα Δημοκρατία, διότι η εμφάνιση Σαμαρά μπορεί να περιορίσει αποφασιστικά την περίμετρο των δυνητικών ψηφοφόρων της.
Μέχρι σήμερα το Μέγαρο Μαξίμου μπορούσε να προσδοκά ότι ένα μέρος των δυσαρεστημένων δεξιών ψηφοφόρων, ακόμη κι αν απομακρυνόταν προσωρινά, θα επέστρεφε μπροστά στον φόβο μιας ασταθούς κυβέρνησης ή μιας επανόδου του Αλέξη Τσίπρα. Η ύπαρξη, όμως, ενός κόμματος υπό έναν πρώην πρωθυπουργό και πρώην πρόεδρο της ΝΔ νομιμοποιεί πολιτικά την έξοδο από το κυβερνών κόμμα. Ο δυσαρεστημένος συντηρητικός δεν θα χρειάζεται πλέον να πάει σε έναν άγνωστο ή ακραίο σχηματισμό· θα μπορεί να επιλέξει ένα πρόσωπο που προέρχεται από την ίδια παράταξη και διεκδικεί τη «γνήσια» ιδεολογική της εκπροσώπηση.
Ο κίνδυνος για τη ΝΔ είναι διπλός. Πρώτον, μπορεί να χάσει ενεργούς ψηφοφόρους, στελέχη και τοπικά δίκτυα προς τον Σαμαρά. Δεύτερον —και ίσως σημαντικότερο— μπορεί να χάσει τη δυνατότητα επαναπατρισμού όσων έχουν ήδη μετακινηθεί προς την αποχή, την Ελληνική Λύση, τη Νίκη ή τη Λατινοπούλου.
Ακόμη και μια απώλεια τριών ή τεσσάρων μονάδων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, όχι επειδή θα στερήσει από τη ΝΔ την πρώτη θέση, αλλά επειδή μπορεί να ακυρώσει κάθε ρεαλιστική προοπτική αυτοδυναμίας και να την καταστήσει απολύτως εξαρτημένη από μετεκλογικές συνεργασίες. Ο Σαμαράς, επομένως, δεν χρειάζεται να απειλήσει ευθέως τον Μητσοτάκη στην πρωτιά. Αρκεί να του στερήσει το πολιτικό και αριθμητικό περιθώριο για να κυβερνήσει.
Υπάρχει ασφαλώς και το αντίστροφο ενδεχόμενο: μια έντονη δεξιά πίεση να επιτρέψει στον Μητσοτάκη να εμφανιστεί ως εγγυητής του Κέντρου, της σταθερότητας και της ευρωπαϊκής πορείας, συσπειρώνοντας μετριοπαθείς ψηφοφόρους. Ωστόσο, μια τέτοια μετατόπιση μπορεί να αυξήσει ακόμη περισσότερο την απόσταση της ΝΔ από την παραδοσιακή της βάση, ενισχύοντας τελικά το επιχείρημα του Σαμαρά περί «μεταλλαγμένης παράταξης».
Η πιθανότητα απωλειών για το ΠΑΣΟΚ μοιάζει εκ πρώτης όψεως αντιφατική, αλλά δεν είναι ανύπαρκτη. Στην εκλογική του βάση εξακολουθεί να υπάρχει ένα τμήμα παλαιών ψηφοφόρων με έντονα αντιμητσοτακικά χαρακτηριστικά, οι οποίοι ταυτόχρονα απορρίπτουν κατηγορηματικά τον Αλέξη Τσίπρα και δεν αισθάνονται ότι το σημερινό ΠΑΣΟΚ μπορεί να επιφέρει αποφασιστικό πλήγμα στην κυβέρνηση.
Πρόκειται κυρίως για ένα πατριωτικό, περισσότερο συντηρητικό τμήμα της παλαιότερης κεντροαριστερής βάσης, το οποίο θυμάται επίσης τη συγκυβέρνηση Σαμαρά–Βενιζέλου ως περίοδο συνεννόησης και όχι αποκλειστικά ως δεξιά διακυβέρνηση. Εάν διαμορφωθεί η εντύπωση ότι ο Σαμαράς μπορεί να προκαλέσει τη μοιραία φθορά στον Μητσοτάκη, κάποιοι από αυτούς ενδέχεται να τον ψηφίσουν όχι επειδή έγιναν δεξιοί, αλλά επειδή θεωρούν αποτελεσματικότερη την ψήφο εναντίον του σημερινού πρωθυπουργού.
Δεν πρόκειται για μεγάλο εκλογικό ρεύμα. Σε μια μάχη, όμως, όπου μία ή δύο μονάδες μπορούν να καθορίσουν τη δεύτερη θέση, ακόμη και μια μικρή διαρροή αποκτά σημασία.
Αντίστοιχη, αν και ιδιότυπη, πίεση μπορεί να δεχθεί και η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Το νέο κόμμα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ένα ευρύ αντιμητσοτακικό ακροατήριο, μέρος του οποίου δεν διαθέτει σταθερή αριστερή ή κεντροαριστερή ταυτότητα. Είναι πολίτες που θέλουν πρωτίστως να φύγει η σημερινή κυβέρνηση και δευτερευόντως επιλέγουν ποιος θα εκφράσει αποτελεσματικότερα αυτήν την επιθυμία.
Εάν ο Τσίπρας σταθεροποιηθεί στη δεύτερη θέση, αλλά χωρίς ορατή δυνατότητα να απειλήσει πραγματικά τη ΝΔ, ενώ ο Σαμαράς εμφανιστεί ικανός να προκαλέσει εσωτερική ρήξη στην κυβερνώσα παράταξη, ένα τμήμα αυτού του πολιτικά άστεγου «αντί» ακροατηρίου μπορεί να κινηθεί προς τον πρώην πρωθυπουργό της ΝΔ.
Θα είναι μια ψήφος εργαλειακή και όχι ιδεολογική: «ψηφίζω αυτόν που μπορεί να ρίξει τον Μητσοτάκη». Πρόκειται για μηχανισμό που έχει λειτουργήσει και στο παρελθόν, όταν ψηφοφόροι μετακινούνταν ανάμεσα σε ιδεολογικά μακρινούς χώρους με βασικό κριτήριο την τιμωρία της εκάστοτε κυβέρνησης.
Από την άλλη, η εμφάνιση ενός ισχυρού συντηρητικού κόμματος μπορεί να βοηθήσει τον Τσίπρα να παρουσιάσει την ΕΛΑΣ ως τον αντίπαλο προοδευτικό πόλο απέναντι σε μια κατακερματισμένη και ριζοσπαστικοποιημένη Δεξιά. Ο Σαμαράς, συνεπώς, μπορεί να του αφαιρέσει ένα μικρό τμήμα αντισυστημικών ψήφων, αλλά ταυτόχρονα να τον διευκολύνει στην προσπάθεια συσπείρωσης της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι δεδομένο ότι θα εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα ποσοστά. Κουβαλά κυβερνητική φθορά, τις μνήμες της περιόδου 2012–2015, την ιστορική σύγκρουση του 1993 και το μειονέκτημα ενός πολιτικού που επιστρέφει έπειτα από δεκαετίες παρουσίας στο προσκήνιο. Επιπλέον, ο χώρος δεξιά της ΝΔ είναι ήδη πολυδιασπασμένος και κατοικείται από κόμματα με ισχυρούς, προσωποκεντρικούς αρχηγούς που δεν θα παραδώσουν εύκολα το ακροατήριό τους.
Δεν χρειάζεται, όμως, να γίνει κυρίαρχη πολιτική δύναμη για να ανατρέψει τις ισορροπίες. Ένα κόμμα Σαμαρά ακόμη και σε μεσαία μονοψήφια ποσοστά μπορεί να αφήσει άλλους σχηματισμούς εκτός Βουλής, να αφαιρέσει πολύτιμες μονάδες από τη ΝΔ, να ανακόψει την άνοδο του Βελόπουλου, να περιορίσει την Καρυστιανού και τη Λατινοπούλου και να «κλέψει» μικρές αλλά κρίσιμες ομάδες από το ΠΑΣΟΚ και τον Τσίπρα.
Κυρίως, μπορεί να αλλάξει το βασικό ερώτημα των εκλογών. Από το «ποιος θα είναι δεύτερος» ή «με ποιον θα συνεργαστεί η ΝΔ», η συζήτηση μπορεί να μετατοπιστεί στο εάν η παραδοσιακή κυβερνώσα Δεξιά οδηγείται σε ιστορική διάσπαση.
Αυτό ακριβώς κάνει τον Αντώνη Σαμαρά εν δυνάμει game changer: όχι η βεβαιότητα ότι θα κερδίσει ο ίδιος, αλλά η δυνατότητά του να καθορίσει ποιοι θα χάσουν, ποιοι θα επιβιώσουν και ποια κυβέρνηση θα μπορεί τελικά να σχηματιστεί.
Διαβάστε επίσης:
ΠΑΣΟΚ: Ο Μπελέρης της ΝΔ εκθειάζει τον Κασιδιάρη και ο Μπεκίρης συναντά τους συνομιλητές του
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.