Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΓιεν Λιένκε
Το όνειρο του χωριού Τινγκ
Μτφρ.: Σωτήρης Χαλικιάς
Εκδ.: Αλεξάνδρεια
Σελ.: 328
Μερικές φορές η πραγματικότητα φτάνει σε τέτοια άκρα, ώστε μοιάζει ήδη επινοημένη από μια νοσηρή φαντασία. Εκεί αρχίζει και η δυσκολία της λογοτεχνίας: πώς μετατρέπεις σε μυθιστόρημα κάτι που έχει ήδη μέσα του την υπερβολή, τη φρίκη και το παράλογο της επινόησης; «Το όνειρο του χωριού Τινγκ» του Γιεν Λιένκε γεννήθηκε ακριβώς από μια τέτοια πραγματικότητα.
Στηρίζεται στην τραγωδία των λεγόμενων «χωριών του αίματος» της κινεζικής επαρχίας Χενάν, όπου κατά τη δεκαετία του 1990, χιλιάδες φτωχοί αγρότες μολύνθηκαν με τον ιό HIV μέσα από ένα σύστημα εμπορίας αίματος που υποσχέθηκε εύκολο χρήμα σε ανθρώπους οι οποίοι διέθεταν ελάχιστα πράγματα προς πώληση. Ώσπου ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να πουλήσουν και το ίδιο τους το σώμα.
Ο Λιένκε συμπυκνώνει αυτή την πραγματική τραγωδία μέσα στον μικρόκοσμο ενός χωριού. Η επιλογή είναι ουσιαστική. Η μεγάλη εθνική τραγωδία μεταφέρεται στην κλίμακα της καθημερινής ζωής: στα σπίτια, στις συγγένειες, στις μικρές αντιζηλίες, στις επιθυμίες και στους προσωπικούς λογαριασμούς. Η αρρώστια αποκαλείται «ο πυρετός». Φτάνει αργά και όταν γίνεται αντιληπτή είναι ήδη παντού. Οι άνθρωποι αρρωσταίνουν, τα σπίτια αδειάζουν, το σχολείο μετατρέπεται σε πρόχειρο καταφύγιο των μελλοθανάτων και η καθημερινότητα προσαρμόζεται στην παρουσία του θανάτου με έναν τρόπο σχεδόν αφύσικα φυσικό…
Το ισχυρότερο στοιχείο του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς εδώ. Ο Λιένκε αποφεύγει να γράψει ένα μυθιστόρημα για το AIDS με τη συμβατική έννοια. Η ασθένεια αποτελεί το γεγονός που αποκαλύπτει έναν κόσμο στον οποίο σχεδόν τα πάντα μπορούν να αποκτήσουν τιμή. Πρώτα το αίμα. Έπειτα τα φέρετρα. Αργότερα ακόμη και οι νεκροί, καθώς παλαιά ταφικά έθιμα μετατρέπονται σε καινούργια εμπορική ευκαιρία. Η οικονομία συνεχίζεται εκεί όπου η ζωή τελειώνει. Η επινοητικότητα της αγοράς αποδεικνύεται μακάβρια ακούραστη.
Θα ήταν εύκολο να δει κανείς εδώ μόνο μια καταγγελία της κινεζικής εξουσίας. Υπάρχει ασφαλώς και αυτή η διάσταση. Το πραγματικό σκάνδαλο συνδέθηκε με κρατικές και τοπικές πρωτοβουλίες συλλογής αίματος, ενώ το μυθιστόρημα αποσύρθηκε στην Κίνα λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του. Ο ίδιος ο Λιένκε έχει μιλήσει επανειλημμένα για τη λογοκρισία που υπέστη. Όμως μια τέτοια ανάγνωση αδικεί το βιβλίο, επειδή περιορίζει την ευθύνη σε έναν μηχανισμό και απαλλάσσει υπερβολικά εύκολα τους ανθρώπους.
Στο Τινγκ η καταστροφή αφήνει πίσω της θύματα, αλλά η ιδιότητα του θύματος δεν εξαγνίζει κανέναν. Οι άρρωστοι κλέβουν, εξαπατούν, διεκδικούν αξιώματα, αρπάζουν τρόφιμα και έπιπλα, εκμεταλλεύονται ακόμη και την κοινή τους δυστυχία. Ορισμένοι συμπεριφέρονται με μικρότητα ακριβώς τη στιγμή που ο αναγνώστης περιμένει από αυτούς μια ανώτερη στάση. Εδώ ο Λιένκε αρνείται να μετατρέψει τους φτωχούς σε ηθικώς άμεμπτους φορείς μιας κοινωνικής αδικίας. Τους επιτρέπει να παραμένουν άνθρωποι, δηλαδή ικανοί για αξιοπρέπεια και αθλιότητα, τρυφερότητα και ιδιοτέλεια.
Ανάμεσά τους κινείται ο Τινγκ Χούι, ο πραγματικός άνθρωπος της νέας εποχής. Ξεκινά ως έμπορος αίματος και κάθε καταστροφή που ακολουθεί γίνεται γι’ αυτόν μια ακόμη επιχειρηματική δυνατότητα. Θα μπορούσε να είναι ένας απλός κακός. Σε ορισμένα σημεία, μάλιστα, πλησιάζει επικίνδυνα προς αυτό το σχήμα. Η λειτουργία του όμως είναι βαθύτερη. Ο Χούι αντιλαμβάνεται πριν από όλους ότι σε έναν κόσμο όπου όλα αλλάζουν με εκπληκτική ταχύτητα, η ηθική αποτελεί απλώς ένα εμπόδιο για εκείνον που ξέρει να αναγνωρίζει τη νέα ζήτηση. Οι άνθρωποι πουλούσαν αίμα επειδή ήθελαν ψυγεία, σπίτια και καταναλωτικά αγαθά. Όταν χρειάζονται φέρετρα, θα τους πουλήσει φέρετρα. Όταν χρειάζονται συντρόφους για τους νεκρούς τους, θα εμπορευτεί ακόμη και τον μεταθανάτιο γάμο.
Είναι ίσως η πιο δηλητηριώδης ιδέα του μυθιστορήματος. Η νέα ευημερία εισβάλλει στο χωριό δίχως να φέρει μαζί της κανένα καινούργιο μέτρο αξιών. Ο πλουτισμός προηγείται της συνείδησης που θα μπορούσε να τον περιορίσει. Έτσι το αίμα, δηλαδή το κατεξοχήν σύμβολο της ζωής και της συγγένειας, γίνεται προϊόν. Και από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, το υπόλοιπο μοιάζει σχεδόν λογική συνέπεια.
Απέναντι σε αυτήν την καθολική συναλλαγή, ο Λιένκε τοποθετεί μια ιστορία έρωτα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που γνωρίζουν ότι πεθαίνουν. Εδώ το βιβλίο αποκτά τη μεγαλύτερη συναισθηματική του ακρίβεια. Ο έρωτας παύει να αποτελεί υπόσχεση μέλλοντος. Οι δύο άνθρωποι ζητούν ελάχιστο χρόνο, λίγη σωματική εγγύτητα, το δικαίωμα να διαλέξουν με ποιον θα πεθάνουν. Μέσα σε ένα χωριό όπου τα πάντα μετατρέπονται σε αντικείμενο συναλλαγής, η επιθυμία τους αποκτά μια παράξενη καθαρότητα. Και ο Λιένκε, ευτυχώς, αντιστέκεται τις περισσότερες φορές στον πειρασμό να την εξιδανικεύσει.
Υπάρχει όμως ένα ζήτημα μορφής που αξίζει να σημειωθεί. Αφηγητής είναι ένα νεκρό παιδί, θύμα της εκδίκησης των χωρικών για τις πράξεις του πατέρα του. Η επιλογή προσφέρει στο βιβλίο τη σκοτεινή παραμυθική του ατμόσφαιρα και επιτρέπει στη ζωή και στον θάνατο να συνυπάρχουν σχεδόν χωρίς σύνορο. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι πάντοτε βέβαιο ότι το τέχνασμα είναι αναγκαίο.
Η ένσταση έχει βάση. Ο Λιένκε επαναλαμβάνει ορισμένα μοτίβα, εντείνει μερικές εικόνες πέρα από όσο χρειάζεται και κάποτε η αλληγορία γίνεται υπερβολικά ευανάγνωστη. Τα όνειρα του παππού, τα προμηνύματα, οι εικόνες του αίματος και η συνεχής διολίσθηση προς το γκροτέσκο υπηρετούν τον ιδιαίτερο κόσμο του συγγραφέα, αλλά υπάρχουν στιγμές όπου η κατασκευή γίνεται υπερβολικά ορατή. Το μυθιστόρημα είναι καλύτερο όταν αφήνει τους ανθρώπους και τα πράγματα να μιλήσουν από μόνα τους. Ένα άδειο σπίτι, ένα κομμένο δέντρο για να γίνει φέρετρο, μια ασήμαντη φιλονικία ανάμεσα σε ετοιμοθάνατους μπορούν να μεταφέρουν περισσότερο τρόμο από μια ακόμη συμβολική εικόνα.
Αυτές οι επιφυλάξεις, πάντως, δεν μειώνουν τη σημασία του βιβλίου. «Το όνειρο του χωριού Τινγκ» παραμένει ένα δυνατό μυθιστόρημα, επειδή η πραγματική του ύλη βρίσκεται βαθύτερα από το σκάνδαλο που το γέννησε. Μιλά για τη στιγμή κατά την οποία μια κοινωνία ανακαλύπτει τη δύναμη του χρήματος πριν αποκτήσει τα ηθικά αναχώματα που θα μπορούσαν να τη συγκρατήσουν. Μιλά για μια εξουσία που προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες χωρίς να εγκαταλείπει τις παλιές της μεθόδους, και για ανθρώπους που, προσπαθώντας να επιβιώσουν, γίνονται κάποτε συνένοχοι της ίδιας της καταστροφής που τους καταπίνει.
Κυρίως, όμως, ο Λιένκε κατορθώνει κάτι δυσκολότερο. Περιγράφει ένα χωριό γεμάτο νεκρούς και μελλοθάνατους χωρίς να γράφει ένα βιβλίο για τον θάνατο. Γράφει για τη φοβερή επιμονή της ζωής να συνεχίζεται μέσα στην καταστροφή: να ερωτεύεται, να ζηλεύει, να κλέβει, να γελά, να εμπορεύεται, να ονειρεύεται, ακόμη και όταν το όνειρο έχει ήδη μετατραπεί σε εφιάλτη.
Και ίσως γι’ αυτό, όταν κλείνει κανείς το βιβλίο, δεν θυμάται τόσο την επιδημία όσο το χωριό. Έναν μικρό τόπο που πίστεψε για λίγο ότι βρήκε τον συντομότερο δρόμο προς την ευημερία και ανακάλυψε, όταν ήταν αργά, ότι είχε πληρώσει το τίμημα με το μόνο πράγμα που δεν μπορούσε να αγοράσει ξανά…
Διαβάστε επίσης:
Βιβλίο – Μυστική φυλακή, του Rodrigo Ray Rosa
Βιβλίο: Γιατί ξαναδιαβάζουμε Ιστορία
Ο Θουκυδίδης δεν διαψεύστηκε ποτέ
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.