search
ΣΑΒΒΑΤΟ 10.10.2026 08:34
MENU CLOSE

Βιβλίο – Η Τήνος μέσα στη μεγάλη Ιστορία

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2459
08/10/2026
10.10.2026 07:30
tinos

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

π. Μάρκος Φώσκολος, Αρχειοφύλακας Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου – Τήνου, «Το Ιστορικό Αρχείο Τήνου, Ι. 13ος – 15ος αιώνας»

Η Τήνος που αναδύεται από τις σελίδες του π. Μάρκου Φώσκολου απέχει πολύ από τη γνώριμη εικόνα του κυκλαδίτικου νησιού. Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο όπου οι τύχες ενός μικρού τόπου κρίνονται ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη, τη Βενετία, το Νεγροπόντε και τα λατινικά κρατίδια του Αιγαίου· όπου ένας γάμος μπορεί να μεταβάλει μια κυριαρχία, ένας θάνατος χωρίς κληρονόμο να κινητοποιήσει τη Γαληνοτάτη και μια επιστολή λίγων κατοίκων να φωτίσει ολόκληρο το σύστημα εξουσίας μιας εποχής. Το «Ιστορικό Αρχείο Τήνου» ανασυνθέτει, μέσα από έγγραφα, γενεαλογίες, δικαστικές διαφορές, εκκλησιαστικές μεταβολές και διοικητικές πράξεις, έναν κόσμο πυκνό, ανήσυχο και ανοιχτό σε όλες τις δυνάμεις που κινούσαν τότε την ανατολική Μεσόγειο.

Στη μικρή έκταση του νησιού συναντώνται ιστορικά ρεύματα που συνήθως τα παρακολουθούμε χωριστά. Η βυζαντινή μνήμη εξακολουθεί να επιβιώνει κάτω από τη λατινική κυριαρχία· οι φεουδαρχικοί θεσμοί της Δύσης προσαρμόζονται σε παλαιότερες τοπικές συνήθειες· η Βενετία απλώνει πάνω στο Αιγαίο το εμπορικό και πολιτικό της δίκτυο, ενώ ελληνικοί και λατινικοί πληθυσμοί μοιράζονται τον ίδιο περιορισμένο χώρο, τις ίδιες αγωνίες και συχνά τα ίδια συμφέροντα. Στο βάθος, η οθωμανική παρουσία πλησιάζει και αλλάζει σταδιακά ολόκληρη τη γεωγραφία της ισχύος. Έτσι, πίσω από τα ονόματα των Γκίζη, των Βενετών αξιωματούχων, των επισκόπων και των τοπικών αρχόντων, διακρίνεται ένας κόσμος σε συνεχή κίνηση: γάμοι που λειτουργούν ως πολιτικές συμμαχίες, κληρονομιές που ανοίγουν διεκδικήσεις, φέουδα που αλλάζουν χέρια, οικογένειες που μετακινούνται, πειρατικές επιδρομές που αδειάζουν ακτές και σπρώχνουν τους κατοίκους προς την ενδοχώρα, εκκλησιαστικές μεταβολές που αγγίζουν την καθημερινή ζωή, δικαστικές υποθέσεις που συνδέουν ένα κυκλαδίτικο νησί με τη Βενετία, την Εύβοια και τον Μοριά.

Μέσα από αυτήν τη μικρή κλίμακα γίνεται ορατός ένας πολύ μεγαλύτερος κόσμος. Η Τήνος μετατρέπεται σε προνομιακό παρατηρητήριο μιας Μεσογείου όπου Ανατολή και Δύση δεν συναντώνται μόνο στα πεδία των μαχών ή στις αποφάσεις των ηγεμόνων, αλλά μέσα στις κοινότητες, στις περιουσίες, στους γάμους, στις ενορίες, στις συνήθειες και στις καθημερινές προσαρμογές των ανθρώπων. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το ουσιαστικό επίτευγμα του τόμου. Ο τίτλος υπόσχεται ένα αρχείο, το βιβλίο, όμως, προχωρεί πολύ πέρα από την παράθεση τεκμηρίων. Από τα σκόρπια ίχνη που άφησαν οι αιώνες επιχειρεί να επανασυναρμολογήσει έναν ολόκληρο κόσμο.

Ο συγγραφέας γνωρίζει από την αρχή ότι εργάζεται πάνω σε ένα δύσκολο έδαφος. Η περίοδος 1204 – 1500 δεν προσφέρει στον ιστορικό της Τήνου την αφθονία πηγών που θα επιθυμούσε. Τα κενά είναι μεγάλα, οι μαρτυρίες άνισες, πολλές πληροφορίες προέρχονται από διοικητικά έγγραφα, συμβόλαια, δικαστικές υποθέσεις, γενεαλογικές αναφορές ή ξένα αρχεία. Ακόμη και σημαντικά γεγονότα εμφανίζονται συχνά μέσα από μια πλάγια αναφορά. Γι’ αυτό και η εισαγωγή του βιβλίου έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο π. Φώσκολος δεν αρχίζει από το μηδέν ούτε προσποιείται ότι το κάνει. Επανέρχεται στον Κώστα Καιροφύλα και στις «Ιστορικαί Σελίδες Τήνου» του 1930, στον Κωνσταντίνο Σάθα, στον Hopf, στον Loenertz, στον David Jacoby, στον Freddy Thiriet και σε μια ολόκληρη ιστοριογραφική παράδοση που, επί ενάμιση περίπου αιώνα, πρόσθεταν διορθώσεις, αμφισβητούσαν βεβαιότητες και άνοιγαν νέα αρχεία.

Αυτή η γενεαλογία της έρευνας είναι ουσιώδης. Η ιστορία παρουσιάζεται εδώ ως εργασία διαδοχικών διορθώσεων. Παλιότερες χρονολογήσεις αμφισβητούνται, γενεαλογικά δέντρα συμπληρώνονται, τα λάθη του Hopf εντοπίζονται, παραδεδομένες απόψεις επανεξετάζονται. Ο συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει τους προκατόχους του με εκείνη την εύκολη υπεροψία που συχνά συνοδεύει τη νεότερη βιβλιογραφία. Τους χρησιμοποιεί, τους διορθώνει, κάποτε τους απορρίπτει, γνωρίζοντας όμως ότι χωρίς αυτούς η δική του έρευνα θα ήταν φτωχότερη.

Το 1204 αποτελεί φυσικά την αφετηρία. Η Δ’ Σταυροφορία, η άλωση της Κωνσταντινούπολης και η διανομή της βυζαντινής επικράτειας δημιούργησαν έναν νέο πολιτικό κόσμο στο Αιγαίο. Ωστόσο, το ενδιαφέρον του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν αρκείται στο γενικό σχήμα της «Φραγκοκρατίας». Η ειδική περίπτωση της Τήνου και της Μυκόνου, που πέρασαν για περίπου δύο αιώνες στους Γκίζη, απαιτεί λεπτότερους όρους. Το επίμετρο με το εύγλωττο ερώτημα «Φραγκοκρατία ή Γκιζοκρατία;» δεν αποτελεί γλωσσική λεπτολογία. Θίγει την ίδια την καρδιά του ιστορικού προβλήματος: πόσο βοηθητικές είναι οι μεγάλες επικαιρικές ετικέτες όταν η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη;

Οι Γκίζη προβάλλουν εδώ ως κάτι περισσότερο από μια ξένη δυναστεία, εγκατεστημένη πάνω σε δύο νησιά του Αιγαίου. Μέσα από τις διαδοχές, τους γάμους, τις συγγένειες, τις κληρονομικές αξιώσεις και τους όρκους υποτέλειας, η ιστορία τους αποκτά το εύρος μιας ολόκληρης πολιτικής γεωγραφίας. Η Τήνος και η Μύκονος συνδέονται έτσι με την Εύβοια, τον Μοριά, τη Βενετία και τα λατινικά κράτη της Ανατολής, μέσα σε ένα δίκτυο συμφερόντων όπου η οικογένεια, η γη και η εξουσία αποτελούν διαφορετικές όψεις της ίδιας πραγματικότητας. Κάθε επιγαμία μπορεί να ανοίξει δρόμο προς μια νέα κτήση, κάθε θάνατος να προκαλέσει διεκδικήσεις, κάθε όρκος πίστης να μεταβάλει τις ισορροπίες. Και πάνω από όλα αυτά διαγράφεται ο ορίζοντας μιας εποχής κατά την οποία η κυριαρχία δεν καθορίζεται μόνο από τα όπλα, αλλά και από το αίμα, την κληρονομία και τη λεπτή τέχνη των συμμαχιών.

Ιδιαίτερα γόνιμη είναι και η προσπάθεια να αποσαφηνιστεί ο χαρακτήρας της τοπικής φεουδαρχίας. Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες συμβολές του βιβλίου. Ο φεουδαρχισμός της Τήνου δεν αντιγράφει μηχανικά το δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο. Η βενετική κυριαρχία συναντά βυζαντινές δομές που έχουν επιβιώσει, παλαιές μορφές ιδιοκτησίας, τοπικά έθιμα και έναν πληθυσμό που εξακολουθεί να οργανώνει μεγάλο μέρος της καθημερινής του ζωής με όρους πολύ παλαιότερους από την κατάκτηση. Τα φέουδα είναι συνήθως μικρά, απουσιάζει η κλειστή αριστοκρατική τάξη που γνωρίζουμε αλλού, ενώ η αγροτική γη και οι δημόσιες εκτάσεις μοιράζονται με τρόπους που αποκλίνουν αισθητά από τα κλασικά πρότυπα της δυτικοευρωπαϊκής φεουδαρχίας.

Η διαπίστωση αυτή γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν φτάνουμε στο δίκαιο. Η Τήνος λειτουργεί επί αιώνες μέσα σε ένα θεσμικό μωσαϊκό. Η ορθόδοξη κοινότητα διατηρεί στα θρησκευτικά ζητήματα βυζαντινές νομικές παραδόσεις. Η καθολική υπάγεται στο κανονικό δίκαιο της Ρώμης. Στα αστικά και ποινικά ζητήματα εφαρμόζονταν κανόνες που συνδέονταν με το Νεγροπόντε, δηλαδή τη λατινοκρατούμενη Εύβοια, ενώ οι σχέσεις ανάμεσα στον ηγεμόνα και στους φεουδάρχες ρυθμίζονταν από τις λεγόμενες Ασσίζες της Ρωμανίας, τον βασικό κώδικα φεουδαρχικού δικαίου των λατινικών κρατών της Ανατολής. Δεν έχουμε, επομένως, μια απλή αντικατάσταση ενός κόσμου από έναν άλλον. Έχουμε επάλληλα στρώματα εξουσίας, δικαίου και παράδοσης που συμβιώνουν, άλλοτε αρμονικά και άλλοτε με τριβές.

Αυτό είναι και ένα από τα σημεία στα οποία η μελέτη υπερβαίνει την τοπική της σημασία. Η μεσαιωνική Τήνος γίνεται παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο πραγματικά αλλάζουν οι κοινωνίες. Όχι με μια θεαματική τομή που εξαφανίζει όσα προϋπήρχαν, αλλά μέσα από προσθήκες, συμβιβασμούς και αργές προσαρμογές. Η πολιτική εξουσία μπορεί να αλλάξει μέσα σε μία ημέρα. Ο τρόπος με τον οποίο καλλιεργείται η γη, κληρονομείται μια περιουσία, τελείται μια γιορτή ή οργανώνεται ένα χωριό χρειάζεται αιώνες για να μεταμορφωθεί.

Από αυτήν την άποψη, εξαιρετικά εύγλωττη είναι η ιστορία των Κάστρων της Τήνου και της Μυκόνου. Η οχύρωση δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη κεφάλαιο στρατιωτικής αρχαιολογίας. Συνδέεται με τον τρόπο εγκατάστασης του πληθυσμού, με την πειρατεία, τον έλεγχο των θαλάσσιων περασμάτων και την ανάγκη ασφάλειας. Ο Ξώμπουργος αποκτά ιστορική λειτουργία πριν αποκτήσει τη μεταγενέστερη συμβολική του διάσταση. Η μετακίνηση από τις ακτές προς την ενδοχώρα, η δημιουργία ασφαλέστερων οικισμών και η δυνατότητα οπτικού ελέγχου του κεντρικού Αιγαίου αποτελούν στοιχεία μιας καθημερινότητας στην οποία η θάλασσα ήταν συγχρόνως πηγή ζωής και μόνιμη απειλή.

Η αφήγηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν η δυναστεία των Γκίζη φτάνει στο τέλος της. Ο θάνατος του Γεωργίου Γ’ χωρίς απογόνους, γύρω στο 1390, σηματοδοτεί μια βαθύτερη αλλαγή. Η Βενετία δεν βρίσκεται πλέον απέναντι σε έναν τοπικό ηγεμόνα αλλά απέναντι σε μια κοινωνία η οποία πρέπει να ενσωματωθεί απευθείας στο κράτος της. Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα ωραιότερα τεκμήρια του τόμου: η επιστολή των κατοίκων της Τήνου το 1400. «Φράγκοι και Έλληνες, μικροί και μεγάλοι» ζητούν από τη Γαληνοτάτη να μην τους παραδώσει σε νέο κύριο, να μη μετατραπούν σε αντικείμενο συναλλαγής.

Πίσω από τη διοικητική γλώσσα του εγγράφου διακρίνεται κάτι πολύ σημαντικότερο: η γέννηση μιας κοινότητας που αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως συλλογικό υποκείμενο. Δεν ζητεί ανεξαρτησία με τη νεότερη έννοια, ούτε αρνείται τη βενετική κυριαρχία. Ζητεί όμως να διατηρήσει τα έθιμα, τις περιουσίες και τον τρόπο διοίκησής της. Η εξουσία εδώ δεν είναι μονόδρομη. Διαπραγματεύεται. Η Βενετία κυβερνά, αλλά χρειάζεται τη συναίνεση, τη φορολογική δυνατότητα και τη συνεργασία των κυβερνωμένων.

Σε αυτές ακριβώς τις μικρές λεπτομέρειες αποκτά ζωή, και κατά τη γνώμη μου μεγάλο ενδιαφέρον, το αρχείο. Ο συγγραφέας αφήνει τα έγγραφα να μιλήσουν και κατόπιν μετακινείται μισό βήμα πίσω για να ερμηνεύσει όσα αποκαλύπτουν. Τότε το βιβλίο παύει να είναι κατάλογος τεκμηρίων και μετατρέπεται σε κοινωνική ιστορία. Βλέπουμε πληθυσμούς να μεταναστεύουν προς την Τήνο επειδή το νησί θεωρείται ασφαλέστερο. Βλέπουμε τα χωριά να μεγαλώνουν, νέες οικογένειες να εγκαθίστανται, βυζαντινά επώνυμα να επιβιώνουν, γεωργικές εκτάσεις να οργανώνονται γύρω από παλαιούς και νέους οικισμούς. Η μεγάλη πολιτική περνά στο βάθος και μπροστά εμφανίζονται οι άνθρωποι.

Εξίσου σημαντικό είναι το εκκλησιαστικό μέρος του τόμου, ίσως μάλιστα και το περισσότερο απαιτητικό. Η σχέση Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Τήνο παρουσιάζεται χωρίς την εύκολη δραματουργία μιας μόνιμης σύγκρουσης. Η λατινική ιεραρχία εγκαθίσταται μετά την κατάκτηση, οι εκκλησιαστικές περιουσίες αναδιαμορφώνονται, οι δύο παραδόσεις συνυπάρχουν και, κατά τον 15ο αιώνα, φαίνεται να συντελείται μια ιδιόμορφη θρησκευτική μεταβολή. Ο συγγραφέας εξετάζει την πιθανότητα σημαντικό τμήμα του ορθόδοξου πληθυσμού να πέρασε στον καθολικισμό, συνδέοντας το φαινόμενο με το ενωτικό κλίμα της εποχής, τη Σύνοδο της Φλωρεντίας και τη δράση προσώπων όπως ο επίσκοπος Μάρκος Σκλάβος.

Εδώ βρίσκεται ταυτόχρονα μια από τις πιο τολμηρές και μία από τις περισσότερο συζητήσιμες πλευρές της έρευνας. Οι άμεσες μαρτυρίες είναι περιορισμένες και αρκετά από τα συμπεράσματα συγκροτούνται από έμμεσες ενδείξεις. Προς τιμήν του συγγραφέα, η υπόθεση δεν παρουσιάζεται ως αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα. Η γλώσσα του διατηρεί συχνά το «πιθανόν», το «φαίνεται», το «θα μπορούσε». Ωστόσο, εδώ ο αναγνώστης αισθάνεται περισσότερο από αλλού την απόσταση ανάμεσα στο σωζόμενο τεκμήριο και στην ιστορική ανακατασκευή. Το ίδιο ισχύει για ορισμένες τοπογραφικές υποθέσεις, όπως η αναζήτηση του «Locus Episcopatus» και η μεταφορά της επισκοπικής έδρας. Είναι πειστικές ως ερευνητικές προτάσεις, παραμένουν όμως προτάσεις που χρειάζονται αρχαιολογική ή πρόσθετη αρχειακή επιβεβαίωση.

Αυτή η επιφύλαξη, αντί να μειώνει την αξία του έργου, υπογραμμίζει αντίθετα μίαν αρετή του: ο π. Φώσκολος δεν κρύβει τα κενά του υλικού του. Σε μιαν εποχή κατά την οποία η ιστορική αφήγηση συχνά επιδιώκει την αδιάλειπτη βεβαιότητα, εδώ συναντάμε συχνά τον ιστορικό μπροστά στο όριο της γνώσης του. Το αρχείο απαντά σε ένα ερώτημα και αμέσως δημιουργεί δύο καινούργια.

Το τίμημα αυτής της σχολαστικότητας είναι ότι η ανάγνωση απαιτεί αντοχή. Η πυκνότητα των ονομάτων, των γενεαλογιών, των φεουδαρχικών σχέσεων και των υποσημειώσεων κάποτε επιβραδύνει υπερβολικά την αφήγηση. Τα πολυάριθμα επίμετρα είναι επιστημονικά πολύτιμα, αλλά διακόπτουν συχνά τη ροή, ιδίως όταν ο αναγνώστης αναζητεί τη μεγάλη ιστορική γραμμή. Θα βοηθούσε ενδεχομένως μια ισχυρότερη ενδιάμεση σύνθεση στο τέλος κάθε αιώνα, ώστε το πλήθος των επιμέρους ευρημάτων να εντάσσεται ευκολότερα στη συνολική εικόνα. Το ίδιο ισχύει για τις μεταφράσεις των εγγράφων, οι οποίες διατηρούν συνειδητά κάτι από τη σύνταξη και το ύφος του πρωτοτύπου. Η επιλογή είναι απολύτως υπερασπίσιμη επιστημονικά, αλλά δεν κάνει πάντοτε εύκολη την ανάγνωση.

Εντούτοις, θα ήταν άδικο να ζητήσει κανείς από ένα «Ιστορικό Αρχείο» να συμπεριφερθεί σαν δημοφιλής ιστορική αφήγηση. Η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στην τεκμηρίωση. Στο πρωτότυπο έγγραφο που παρατίθεται δίπλα στην απόδοση, στο σχόλιο που διορθώνει μια παλιότερη ανάγνωση, στην υποσημείωση που παραπέμπει σε ένα βενετικό κατάστιχο ή σε μια μελέτη του Jacoby. Ο τόμος δεν ζητεί να διαβαστεί βιαστικά. Ζητεί να χρησιμοποιηθεί, να επιστρέψει κανείς σε αυτόν, να τον συμβουλευθεί ξανά.

Και τελικά αυτή είναι η ουσία της πολύτιμης αυτής εργασίας. Δεν πρόκειται απλώς για την ιστορία των Γκίζη ούτε για τη μετάβαση από τη φραγκική στη βενετική κυριαρχία. Είναι η ιστορία μιας κοινωνίας που επέζησε επειδή έμαθε να προσαρμόζεται χωρίς να εξαφανίζεται. Αυτοκρατορίες αλλάζουν, ηγεμόνες πεθαίνουν, σύνορα μετακινούνται, στόλοι εμφανίζονται και χάνονται. Στην Τήνο όμως, οι κάτοικοι συνεχίζουν να καλλιεργούν τη γη τους, να χτίζουν χωριά, να προστατεύουν τα δικαιώματά τους, να μεταφέρουν παλαιά έθιμα μέσα σε νέα θεσμικά πλαίσια, να προσεύχονται άλλοτε σε διαφορετικές Εκκλησίες και να βρίσκουν τρόπους συμβίωσης.

Το συμπέρασμα του βιβλίου είναι ίσως το ωραιότερο μέρος του, γιατί ύστερα από εκατοντάδες σελίδες εγγράφων επιστρέφει επιτέλους στους ανθρώπους. Ο μικρόκοσμος της Τήνου γνώρισε, όπως γράφει ο συγγραφέας, την πολυπολιτισμικότητα πολύ πριν ο όρος αποκτήσει τη σημερινή του χρήση. Ευρωπαίοι και Έλληνες, μετανάστες, άρχοντες, γεωργοί, καθολικοί και ορθόδοξοι έζησαν σε έναν τόπο όπου οι μεγάλες διαχωριστικές γραμμές της εποχής δεν εξαφανίστηκαν, αλλά ούτε εμπόδισαν τη δημιουργία μιας κοινής κοινωνικής πραγματικότητας.

Κάπου εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη αξία του «Ιστορικού Αρχείου Τήνου». Μας υπενθυμίζει ότι η μεγάλη Ιστορία γίνεται πραγματικά κατανοητή μόνο όταν πλησιάσουμε αρκετά κοντά ώστε να δούμε τι συνέβαινε στους ανθρώπους που επηρέαζε. Η Δ’ Σταυροφορία μπορεί να είναι ένα κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ιστορίας. Στην Τήνο γίνεται αλλαγή κυρίου. Η επέκταση της Βενετίας μπορεί να είναι γεωπολιτική. Για έναν χωρικό γίνεται φόρος, γη, δικαστήριο και ασφάλεια. Η Σύνοδος της Φλωρεντίας μπορεί να αποτελεί θεολογικό και διπλωματικό γεγονός. Στο νησί γίνεται ενορία, επίσκοπος, γάμος, λατρεία και καθημερινή συμβίωση.

Έτσι, η Τήνος, αντί να χαθεί μέσα στη μεγάλη μεσαιωνική Ιστορία, μας προσφέρει έναν τρόπο να τη δούμε καλύτερα. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο που μπορεί να πετύχει ένα έργο τοπικής ιστορίας: να ξεκινήσει από έναν τόπο μικρό και, όταν κλείσουμε το βιβλίο, να μας έχει κάνει τον κόσμο μεγαλύτερο.

Διαβάστε επίσης:

Βιβλίο – Πίσω από τους τέσσερις τοίχους

Βιβλίο – Το εμπόριο του αίματος

Βιβλίο – Μυστική φυλακή, του Rodrigo Ray Rosa

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΣΑΒΒΑΤΟ 10.10.2026 08:34