Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΟ μισθός μπαίνει στον τραπεζικό λογαριασμό και, πριν καλά καλά τελειώσει ο μήνας, έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Ενοίκιο, σούπερ μάρκετ, ρεύμα, καύσιμα και πάγιες υποχρεώσεις απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος, αφήνοντας χιλιάδες νοικοκυριά να υπολογίζουν ακόμη και το τελευταίο 10ευρώ.
Την ίδια ώρα, στο οικονομικό επιτελείο εξακολουθούν να κυριαρχούν οι προβλέψεις για ανάπτυξη, αύξηση των μισθών και βελτίωση των εισοδημάτων. Μόνο που οι αριθμοί της καθημερινότητας δεν συμβαδίζουν απαραίτητα με τις αισιόδοξες εκτιμήσεις των κυβερνητικών επιτελείων.
Το νέο κύμα ακρίβειας βρίσκει τους εργαζομένους ήδη επιβαρυμένους από τις ανατιμήσεις των προηγούμενων ετών. Και το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν. Είναι ότι οι αυξήσεις υπολογίζονται πάνω σε ένα ήδη ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο τιμών, το οποίο έχει πλέον παγιωθεί.
Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν το μέγεθος της πίεσης. Ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 5% τον Σεπτέμβριο, από 3,8% τον Αύγουστο και 3,4% τον Ιούλιο.
Η μεγαλύτερη επιβάρυνση προέρχεται από την ενέργεια, με τις αυξήσεις να μεταφέρονται σταδιακά σε περισσότερες δραστηριότητες της οικονομίας.
Οι εργαζόμενοι βλέπουν το κόστος των μετακινήσεων και των βασικών υπηρεσιών να αυξάνεται, ενώ οι υψηλότερες ενεργειακές δαπάνες δημιουργούν τον κίνδυνο νέων επιβαρύνσεων στις τιμές προϊόντων.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν οι αυξήσεις των μισθών συγκρίνονται με τον πληθωρισμό.
Στο προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπεται αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 3,7% το 2026 και 3,9% το 2027.
Πρόκειται, όμως, για μέσους όρους που δεν αποτυπώνουν τις αποδοχές κάθε εργαζομένου. Επιπλέον, όταν οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από τα ονομαστικά εισοδήματα, η πραγματική αγοραστική δύναμη μειώνεται.
Αυτή είναι η βασική αντίφαση της οικονομικής πολιτικής: μπορεί οι μισθοί να εμφανίζουν αύξηση στα στατιστικά στοιχεία, αλλά τα χρήματα να επαρκούν για λιγότερες αγορές.
Αρκεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα για να φανεί η πίεση.
Ένα τετραμελές νοικοκυριό με δύο εργαζομένους και συνολικό καθαρό μηνιαίο εισόδημα 2.200 ευρώ μπορεί να έχει τις ακόλουθες δαπάνες:
| Μηνιαία δαπάνη | Ποσό |
| Ενοίκιο | 750 € |
| Σούπερ μάρκετ | 500 € |
| Ρεύμα, νερό, κοινόχρηστα | 190 € |
| Καύσιμα και μετακινήσεις | 220 € |
| Τηλέφωνα και διαδίκτυο | 65 € |
| Παιδιά, σχολείο και δραστηριότητες | 180 € |
| Λοιπές βασικές ανάγκες | 170 € |
| Σύνολο | 2.075 € |
Απομένουν μόλις 125 ευρώ για έκτακτα έξοδα, γιατρούς, επισκευές, ένδυση ή οποιαδήποτε άλλη ανάγκη προκύψει.
Το παράδειγμα είναι υποθετικό και όχι αποτέλεσμα στατιστικής έρευνας. Είναι όμως ενδεικτικό του πόσο περιορισμένο μπορεί να είναι το περιθώριο ενός οικογενειακού προϋπολογισμού.
Εάν το συγκεκριμένο νοικοκυριό επιβαρυνθεί με επιπλέον 100 ευρώ τον μήνα λόγω ανατιμήσεων, το ποσό που απομένει περιορίζεται στα 25 ευρώ.
Και εάν προκύψει μια απρόβλεπτη δαπάνη, η αποταμίευση γίνεται πρακτικά αδύνατη.
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπει ανάπτυξη 2% το 2026 και 2,3% το 2027, ενώ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει από 3,8% φέτος σε 2,6% την επόμενη χρονιά.
Ωστόσο, οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις είχαν διαμορφωθεί με βάση τα στοιχεία που ήταν διαθέσιμα μέχρι το τέλος Αυγούστου, πριν από τη νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού τον Σεπτέμβριο.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο οι προβλέψεις θα χρειαστούν αναθεώρηση και, κυρίως, για το εάν τα ήδη ανακοινωμένα μέτρα επαρκούν για την προστασία των εισοδημάτων.
Η ανάπτυξη της οικονομίας δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι βελτιώνεται στον ίδιο βαθμό η οικονομική κατάσταση όλων των πολιτών.
Μια οικονομία μπορεί να καταγράφει υψηλότερη παραγωγή, αυξημένες επενδύσεις και μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα, την ώρα που σημαντικό μέρος των εργαζομένων δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες του.
Μία ακόμη πλευρά του προβλήματος είναι η επίδραση των ανατιμήσεων στα δημόσια έσοδα. Όταν αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος που υπάγεται σε ΦΠΑ, αυξάνεται και το ποσό του φόρου που πληρώνει ο καταναλωτής, εφόσον ο φορολογικός συντελεστής παραμένει ίδιος.
Για παράδειγμα, σε προϊόν με καθαρή τιμή 100 ευρώ και ΦΠΑ 24%, ο φόρος είναι 24 ευρώ. Εάν η καθαρή τιμή αυξηθεί στα 110 ευρώ, ο φόρος διαμορφώνεται στα 26,40 ευρώ.
Έτσι, μια ανατίμηση μπορεί να αυξάνει τόσο την τελική επιβάρυνση του πολίτη όσο και τα φορολογικά έσοδα από τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Βεβαίως, τα συνολικά έσοδα εξαρτώνται και από τις ποσότητες που καταναλώνονται. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο ΦΠΑ υπολογίζεται ως ποσοστό της τιμής προσθέτει ένα επιπλέον ζήτημα στη συζήτηση για τα μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας.
Το ερώτημα είναι εάν μέρος των πρόσθετων δημοσιονομικών περιθωρίων μπορεί να επιστρέφει πιο αποτελεσματικά στα νοικοκυριά που επιβαρύνονται περισσότερο.
Η ΓΣΕΕ έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι οι ονομαστικές αυξήσεις των μισθών δεν αρκούν για να καλύψουν την απόσταση ανάμεσα στις αποδοχές και στο κόστος ζωής.
Η ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των πραγματικών μισθών αποτελεί βασικό αίτημα των εργαζομένων, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον επίμονων ανατιμήσεων.
Το πρόβλημα, πάντως, δεν περιορίζεται σε όσους αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Επεκτείνεται σε εργαζομένους με μεσαία εισοδήματα, οι οποίοι αντιμετωπίζουν αυξημένα στεγαστικά και οικογενειακά έξοδα.
Για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, η οικονομική ασφάλεια δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την ύπαρξη εργασίας, αλλά και από το εάν το εισόδημα της εργασίας επαρκεί για αξιοπρεπή διαβίωση.
Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα. Η κυβέρνηση προβάλλει την αύξηση των εισοδημάτων και την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας. Οι πολίτες, όμως, αξιολογούν την οικονομική τους κατάσταση με βάση κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: πόσα χρήματα τους απομένουν αφού πληρώσουν τις βασικές υποχρεώσεις τους.
Γιατί η ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο στους πίνακες του προϋπολογισμού. Μετριέται και στο αν μια οικογένεια μπορεί να φτάσει μέχρι το τέλος του μήνα χωρίς να χρειαστεί να δανειστεί, να κόψει βασικές ανάγκες ή να χρησιμοποιήσει τις τελευταίες της οικονομίες.
Διαβάστε επίσης:
Τουρισμός: «Φρένο» στις δαπάνες το φθινόπωρο – Περισσότεροι επισκέπτες, λιγότερα έσοδα ανά κεφαλή
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε ρήτρα διαφυγής στην ενέργεια για την Ελλάδα
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.