Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΚάποτε ο λογοκριτής ήταν ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Καθόταν σε κάποιο γραφείο, διάβαζε χειρόγραφα, υπογράμμιζε ύποπτες φράσεις και αποφάσιζε τι μπορούσε να φτάσει στα χέρια τού αναγνώστη. Είχε την κρατική εξουσία με το μέρος του, τη σφραγίδα μιας υπηρεσίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη δυνατότητα να στείλει τον συγγραφέα στη φυλακή. Σήμερα τα πράγματα έχουν γίνει περισσότερο περίπλοκα. Ο λογοκριτής μπορεί να είναι μια οργανωμένη ομάδα πίεσης, μια διαδικτυακή εκστρατεία, ένας εκδότης που φοβάται τις αντιδράσεις ή ακόμη και ο ίδιος ο συγγραφέας, ο οποίος έχει μάθει να αποφεύγει εγκαίρως όσα ενδέχεται να του δημιουργήσουν προβλήματα.
Στις 8 Οκτωβρίου, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης, η Διεθνής Ένωση Εκδοτών παρουσίασε την έκθεσή της για την κατάσταση της ελευθερίας των εκδόσεων παγκοσμίως. Η έρευνα εξετάζει 22 χώρες σε έξι ηπείρους και καταγράφει μια ουσιαστική μεταβολή: η λογοκρισία έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του κράτους. Ο έλεγχος της έκδοσης και της κυκλοφορίας των βιβλίων ασκείται πλέον με ποικίλους τρόπους, από διαφορετικούς φορείς, δημιουργώντας ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η τυπική ελευθερία μπορεί να συνυπάρχει με σημαντικούς πραγματικούς περιορισμούς.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά την αυτολογοκρισία. Ένα βιβλίο μπορεί να αποκλειστεί από τη δημόσια κυκλοφορία χωρίς να έχει απαγορευτεί ποτέ. Αρκεί να μη γραφτεί, να μη γίνει αποδεκτό από έναν εκδότη ή να υποστεί τις απαραίτητες προσαρμογές ώστε να αποφευχθούν οι αντιδράσεις. Πρόκειται για έναν μηχανισμό εξαιρετικά αποτελεσματικό, επειδή λειτουργεί προληπτικά και αφήνει ελάχιστα ίχνη. Κανείς δεν μπορεί να καταμετρήσει τα βιβλία που εγκαταλείφθηκαν, τις ιδέες που αποσιωπήθηκαν ή τις σελίδες που ξαναγράφτηκαν από φόβο.
Η Ιστορία του βιβλίου είναι συνδεδεμένη με την Ιστορία των απαγορεύσεών του. Από τον εκκλησιαστικό «Index Librorum Prohibitorum» μέχρι τις ολοκληρωτικές δικτατορίες του εικοστού αιώνα, η εξουσία αντιμετώπισε επανειλημμένα την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία των ιδεών ως απειλή. Τα βιβλία του Χάινριχ Χάινε κάηκαν στη ναζιστική Γερμανία, τα έργα του Μπορίς Παστερνάκ βρέθηκαν στο στόχαστρο του σοβιετικού καθεστώτος, ενώ αμέτρητοι συγγραφείς γνώρισαν την εξορία, την αποσιώπηση και την απαγόρευση. Εκείνη η λογοκρισία είχε το πλεονέκτημα της σαφήνειας. Γνώριζες ποιος απαγόρευε, ποιος τιμωρούσε και ποια εξουσία όφειλες να αντιμετωπίσεις.
Στις σύγχρονες δημοκρατίες, οι απειλές αποκτούν συχνά διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η ιδεολογική επιτήρηση μπορεί να εμφανίζεται ως ηθική ευαισθησία, η απαίτηση συμμόρφωσης ως κοινωνική υπευθυνότητα και ο περιορισμός της έκφρασης ως προστασία ορισμένων ομάδων από την προσβολή. Υπάρχουν, ασφαλώς, πραγματικά ζητήματα διακρίσεων, υποκίνησης μίσους και προστασίας ανηλίκων, που απαιτούν σοβαρή αντιμετώπιση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αναγκαία δημόσια συζήτηση αντικαθίσταται από την αξίωση να εξαφανιστεί οτιδήποτε κρίνεται δυσάρεστο, αμφιλεγόμενο ή αντίθετο προς τις κυρίαρχες αντιλήψεις μιας κοινότητας.
Η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ενδεικτική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της PEN America, κατά το σχολικό έτος 2025-2026 καταγράφηκαν 11.982 περιπτώσεις απαγορεύσεων βιβλίων σε δημόσια σχολεία, που αφορούσαν 7.370 διαφορετικούς τίτλους. Οι περιορισμοί αυτοί συνδέονται συχνά με συντηρητικές κινητοποιήσεις γύρω από ζητήματα φυλής, φύλου και σεξουαλικότητας. Το παράδοξο είναι αξιοσημείωτο: σε μια χώρα που έχει αναγάγει την ελευθερία της έκφρασης σε θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα, εξακολουθούν να υπάρχουν οργανωμένες προσπάθειες να καθοριστεί ποια βιβλία επιτρέπεται να συναντήσει ένας μαθητής στη σχολική βιβλιοθήκη.
Από την άλλη πλευρά, σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα συναντούμε την αντίστροφη ιδεολογική καχυποψία. Κλασικά λογοτεχνικά έργα υποβάλλονται σε εξονυχιστική εξέταση ως προς τη γλώσσα, τις κοινωνικές αναπαραστάσεις και τις αντιλήψεις της εποχής τους. Η περίπτωση του Βρετανού συγγραφέα Ρόαλντ Νταλ, γνωστού κυρίως από τα δημοφιλή παιδικά βιβλία του «Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας», «Ματίλντα» και «Οι Μάγισσες», είναι χαρακτηριστική. Τον Φεβρουάριο του 2023 προκλήθηκε μεγάλη διεθνής συζήτηση όταν αποκαλύφθηκε ότι σε νεότερες αγγλικές εκδόσεις των έργων του είχαν γίνει γλωσσικές παρεμβάσεις, προκειμένου να αφαιρεθούν χαρακτηρισμοί που θεωρούνταν προσβλητικοί με βάση τις σύγχρονες κοινωνικές ευαισθησίες. Για παράδειγμα, στο «Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας», ο Augustus Gloop από «υπερβολικά χοντρός» έγινε απλώς «τεράστιος», ενώ σε άλλα βιβλία αφαιρέθηκαν ή αντικαταστάθηκαν αναφορές στην εμφάνιση, στο φύλο και σε κοινωνικά χαρακτηριστικά. Το αξιοσημείωτο είναι ότι όλες αυτές οι επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν μετά τον θάνατο του συγγραφέα, χωρίς τη δυνατότητα της συγκατάθεσής του. Η υπόθεση αναδεικνύει ένα ουσιαστικό ερώτημα: με ποιο δικαίωμα κάθε γενιά αναθεωρεί τα λογοτεχνικά έργα των προηγούμενων, προκειμένου να τα προσαρμόσει στις δικές της αντιλήψεις; Με αυτή τη λογική, η λογοτεχνία κινδυνεύει να μετατραπεί σε αντικείμενο διαρκούς ιδεολογικής επιμέλειας, όπου το παρελθόν θα αναθεωρείται κάθε φορά σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος.
Εδώ βρίσκεται μια από τις ουσιαστικότερες αντιφάσεις της εποχής μας. Ενώ διαθέτουμε περισσότερα μέσα έκφρασης από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά, αναπτύσσουμε ταυτόχρονα μια εντυπωσιακή δυσανεξία απέναντι σε όσα μας ενοχλούν. Η τεχνολογία επιτρέπει σε κάθε άνθρωπο να διατυπώνει δημόσια τη γνώμη του, αλλά διευκολύνει και την οργάνωση συλλογικών εκστρατειών καταγγελίας. Μια απομονωμένη φράση, ένας χαρακτήρας μυθιστορήματος ή μια αμφιλεγόμενη περιγραφή μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία μιας δημόσιας καταδίκης, συχνά χωρίς το έργο να έχει διαβαστεί ολόκληρο.
Η λογοτεχνία, ωστόσο, γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα από τη δυνατότητά της να παραβιάζει τις συμβάσεις. Ο Ντοστογιέφσκι έδωσε φωνή σε δολοφόνους, μηδενιστές και ανθρώπους που δοκιμάζουν τα έσχατα όρια της ηθικής. Ο Φλομπέρ οδηγήθηκε σε δίκη για τη «Μαντάμ Μποβαρύ». Ο Τζόυς προκάλεσε σκάνδαλα με τον «Οδυσσέα». Ο Ναμπόκοφ έγραψε τη «Λολίτα», ένα μυθιστόρημα που απαιτεί από τον αναγνώστη να αναγνωρίσει τη διαφορά ανάμεσα στην αφήγηση μιας διεστραμμένης συνείδησης και στην ηθική επιδοκιμασία των πράξεών της. Αν η λογοτεχνία υποχρεωνόταν να παρουσιάζει αποκλειστικά υποδειγματικούς ανθρώπους και κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές, θα έχανε μεγάλο μέρος της δύναμής της να αποκαλύπτει την ανθρώπινη πραγματικότητα.
Η σύγχυση ανάμεσα στον συγγραφέα και στους χαρακτήρες του αποτελεί χαρακτηριστικό σύμπτωμα αυτής της δυσανεξίας. Ένας μυθιστορηματικός ήρωας μπορεί να είναι ρατσιστής, μισογύνης, φανατικός ή εγκληματίας. Η ύπαρξή του μέσα σε ένα λογοτεχνικό έργο αποτελεί δημιουργική επιλογή που κρίνεται αισθητικά και ερμηνευτικά. Η απαίτηση να εκπροσωπούν οι χαρακτήρες τις αποδεκτές κοινωνικές αξίες καταργεί ουσιαστικά τη δυνατότητα της λογοτεχνίας να εξερευνά το κακό, την ανθρώπινη αντίφαση και την ιστορική διαφορετικότητα.
Για τον εκδοτικό κόσμο, το ζήτημα αποκτά μια πρόσθετη διάσταση. Το βιβλίο είναι ταυτόχρονα πνευματικό έργο και εμπορικό προϊόν. Ο εκδότης οφείλει να υπολογίζει την οικονομική βιωσιμότητα των επιλογών του. Όταν όμως η πιθανότητα κοινωνικών αντιδράσεων μετατρέπεται σε βασικό κριτήριο αποδοχής ενός χειρογράφου, ο εμπορικός υπολογισμός αποκτά ιδεολογικές συνέπειες. Η επιθυμία αποφυγής μιας δημόσιας αντιπαράθεσης μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη έργων που θα άξιζε να δημοσιευθούν. Έτσι διαμορφώνεται ένα αόρατο σύστημα αποκλεισμών, το οποίο λειτουργεί χωρίς καταλόγους απαγορευμένων βιβλίων.
Υπάρχει, τέλος, και μια ευθύνη που αφορά τους ίδιους τους αναγνώστες. Η δημοκρατική κουλτούρα προϋποθέτει την ικανότητα να συνυπάρχουμε με ιδέες που απορρίπτουμε, με βιβλία που μας εξοργίζουν και με συγγραφείς των οποίων τις αντιλήψεις περιφρονούμε. Η κριτική, ακόμη και η αυστηρότερη, αποτελεί οργανικό στοιχείο αυτής της κουλτούρας. Η απαίτηση της εξαφάνισης ενός έργου είναι κάτι διαφορετικό. Προδίδει την πεποίθηση ότι ο αναγνώστης χρειάζεται διαρκή προστασία από τις ίδιες του τις αναγνωστικές εμπειρίες.
Η σύγχρονη λογοκρισία έχει λοιπόν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: πολλές φορές εμφανίζεται ως υπηρεσία προς την κοινωνία. Υπόσχεται έναν δημόσιο χώρο απαλλαγμένο από προσβολές, ενοχλήσεις και ανεπιθύμητες ιδέες. Μόνο που ένας τέτοιος χώρος θα ήταν εξαιρετικά φτωχός πνευματικά. Η λογοτεχνία αντλεί τη σημασία της και από την ικανότητά της να μας φέρνει αντιμέτωπους με εμπειρίες που αγνοούμε, απόψεις που αποστρεφόμαστε και αλήθειες που θα προτιμούσαμε να αποφύγουμε.
Ίσως γι’ αυτό η πιο αποτελεσματική μορφή λογοκρισίας να είναι σήμερα εκείνη που καταφέρνει να κάνει τον δημιουργό να σκέφτεται πρώτα τις αντιδράσεις και ύστερα το έργο του. Ο παλιός λογοκριτής έκοβε τις σελίδες αφού είχαν γραφτεί. Ο καινούργιος φιλοδοξεί να βρίσκεται ήδη μέσα στο μυαλό εκείνου που ετοιμάζεται να τις γράψει.
Στην καθ’ ημάς πραγματικότητα, το φαινόμενο έχει μια ιδιαίτερη ιστορική διαδρομή. Η ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης υπήρξε ένα από τα καθοριστικότερα χαρακτηριστικά της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής του τόπου. Η επιρροή της, πολύ ευρύτερη από την εκλογική της απήχηση, επέβαλε σταδιακά ένα σύστημα αξιολόγησης ιδεών, έργων και δημιουργών με κριτήριο την πολιτική τους νομιμοφροσύνη. Η λογοτεχνία απέκτησε τις δικές της ιδεολογικές κατηγορίες: προοδευτικοί συγγραφείς και αντιδραστικοί συγγραφείς, προοδευτικά έργα και αντιδραστικά έργα, προοδευτικές και ύποπτες αναγνώσεις της Ιστορίας. Ο χαρακτηρισμός λειτουργούσε συχνά ως πιστοποιητικό πνευματικής εγκυρότητας, ανεξάρτητα από την πραγματική αξία του έργου. Η πολιτική ταυτότητα μετατράπηκε σε πολιτιστικό προνόμιο και η ιδεολογική συγγένεια σε μηχανισμό αναγνώρισης. Μέσα από εκδοτικούς κύκλους, πολιτιστικούς θεσμούς, πανεπιστημιακούς χώρους και δίκτυα δημόσιας επιρροής διαμορφώθηκε μια άτυπη ιεραρχία, στην οποία ορισμένοι δημιουργοί ξεκινούσαν με το πλεονέκτημα της αυτονόητης αποδοχής, ενώ άλλοι όφειλαν προηγουμένως να απολογηθούν για τις ιδέες τους.
Στη χώρα μας η ανθεκτικότητα αυτής της νοοτροπίας αποκαλύφθηκε με χαρακτηριστικό τρόπο τον Μάιο του 2025, όταν ομάδες διαδηλωτών ματαίωσαν εκδήλωση για την ισραηλινή λογοτεχνία στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Ένας χώρος αφιερωμένος στον διάλογο και την ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών μετατράπηκε σε πεδίο ιδεολογικής επιτήρησης. Το δικαίωμα ενός συγγραφέα ή διανοουμένου να μιλήσει, υποτάχθηκε στην πολιτική έγκριση εκείνων που αυτοαναγορεύονται σε θεματοφύλακες της προόδου. Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό στοιχείο βρίσκεται στην επιλεκτικότητα αυτής της ευαισθησίας: η ελευθερία της έκφρασης αντιμετωπίζεται ως αδιαπραγμάτευτη αρχή όταν απειλείται από τον πολιτικό αντίπαλο, αλλά ως διαπραγματεύσιμο δικαίωμα όταν ενοχλεί τις δικές μας ιδεολογικές βεβαιότητες. Έτσι, η παλιά μεταπολιτευτική διάκριση ανάμεσα στο προοδευτικό και το αντιδραστικό εξακολουθεί να προσφέρει άλλοθι σε πρακτικές αποκλεισμού. Η λογοκρισία αποκτά μάλιστα μια πρόσθετη υποκρισία όταν ασκείται στο όνομα της ελευθερίας. Και στην Ελλάδα, περισσότερο ίσως από οπουδήποτε αλλού, αξίζει να θυμόμαστε ότι η πνευματική ελευθερία δοκιμάζεται πρωτίστως από την ανοχή μας απέναντι στις ιδέες που απεχθανόμαστε.
Διαβάστε επίσης:
Βιβλίο – Η Τήνος μέσα στη μεγάλη Ιστορία
Βιβλίο – Πίσω από τους τέσσερις τοίχους
Βιβλίο – Το εμπόριο του αίματος
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.