Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΜια σειρά νέων δημοσκοπήσεων δείχνει ότι οι Δημοκρατικοί αποκτούν ισχυρό προβάδισμα στις μάχες για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, την ώρα που οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι δημοσκοπήσεις μπορεί να πέσουν έξω και ότι μια σαρωτική εκλογική επικράτηση δεν είναι σε καμία περίπτωση εξασφαλισμένη.
Οι νέες δημοσκοπήσεις των New York Times/Siena, που δημοσιεύθηκαν το βράδυ της Κυριακής, έδειξαν ότι οι Δημοκρατικοί προηγούνται σε επτά κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις για τη Γερουσία, μεταξύ των οποίων καταγράφουν προβάδισμα 11 μονάδων στο Μίσιγκαν και 7 μονάδων στο Τέξας.
Οι Δημοκρατικοί προηγούνται επίσης στο Μέιν, στο Οχάιο, στο Κάνσας, στην Αλάσκα και στην Αϊόβα, αν και στις συγκεκριμένες πολιτείες τα προβαδίσματα των υποψηφίων τους βρίσκονται εντός του περιθωρίου στατιστικού σφάλματος.
Το Δημοκρατικό Κόμμα χρειάζεται να κερδίσει καθαρά μόλις τέσσερις έδρες στη Γερουσία για να αποκτήσει την πλειοψηφία. Αυτό σημαίνει ότι, εάν τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα επιβεβαιωθούν, οι Δημοκρατικοί οδεύουν προς αυτό που θα μπορούσε να αποτελέσει το «μπλε τσουνάμι» που ονειρεύονται.
Παράλληλα, τα δεδομένα για τη Γερουσία προμηνύουν και μια σημαντική νίκη στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία θα μπορούσε να επιτρέψει στο κόμμα να εξασφαλίσει μια ευρεία πλειοψηφία και σε αυτό το σώμα του Κογκρέσου.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Δευτέρας, που δημοσίευσε ο οργανισμός Decision Desk HQ (DDHQ), οι Δημοκρατικοί είχαν 84% πιθανότητες να κερδίσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ οι πιθανότητές τους να αποκτήσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία ανέρχονταν στο 65% — ένα χαμηλότερο, αλλά αυξανόμενο ποσοστό.
Ο πολιτικός αναλυτής Νέιτ Σίλβερ προέβλεψε ένα «μπλε τσουνάμι», με βάση τα νέα δημοσκοπικά στοιχεία.
Σε ανάλυσή του στο ενημερωτικό δελτίο του, υποστήριξε ότι τα αποτελέσματα ξεκαθαρίζουν σε έναν βαθμό την αβεβαιότητα γύρω από την εκτίμηση ότι «οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οι Δημοκρατικοί θα κερδίσουν τη Γερουσία, ενδεχομένως με μεγάλη διαφορά».
«Οι δημοσκοπήσεις μπορεί να είναι λανθασμένες ή να προβλέπουν ελαφρώς λανθασμένα ποιες πολιτείες θα αλλάξουν πολιτικό στρατόπεδο», έγραψε ο Σίλβερ.
«Ωστόσο, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να απορροφήσουν ακόμη και ένα σχετικά περιορισμένο δημοσκοπικό σφάλμα και ενδεχομένως να επικρατήσουν, με βάση τον τελευταίο γύρο των ερευνών».
Παρά τα ενθαρρυντικά στοιχεία, οι Δημοκρατικοί έχουν απογοητευτεί και στο παρελθόν από τις δημοσκοπήσεις. Επιπλέον, το κόμμα βρέθηκε αντιμέτωπο με ορισμένες αρνητικές ειδήσεις την τελευταία εβδομάδα.
Μεταξύ αυτών ήταν η απόφαση της βουλευτού Χέιλι Στίβενς (Δημοκρατική – Μίσιγκαν), την Κυριακή, να εκφράσει την υποστήριξή της στον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο Μάικ Ρότζερς στην εκλογική μάχη για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν, αντί του Δημοκρατικού υποψηφίου Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, ο οποίος την είχε νικήσει στις εσωκομματικές εκλογές.
Η εξέλιξη αυτή έδωσε στους Ρεπουμπλικανούς νέες ελπίδες ότι μπορούν να κερδίσουν μία έδρα στη Γερουσία που σήμερα ελέγχεται από τους Δημοκρατικούς.
Οι Ρεπουμπλικανοί θεωρούν επίσης ότι αυξάνονται οι πιθανότητές τους στην Αλάσκα, εν μέσω της αντιπαράθεσης που έχει προκαλέσει δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο η προεκλογική εκστρατεία της Δημοκρατικής υποψήφιας για τη Γερουσία, Μέρι Πελτόλα, φέρεται να συμμετείχε στην προσπάθεια στρατολόγησης του Ντάνιελ Τζ. Σάλιβαν ως υποψηφίου για τη Γερουσία, προκειμένου να αναμετρηθεί με τον εν ενεργεία Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή, ο οποίος έχει επίσης το όνομα Νταν Σάλιβαν.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Σίλβερ, οι δημοσκοπήσεις στην εποχή Τραμπ έχουν υπερεκτιμήσει αισθητά την εκλογική υποστήριξη προς τους Δημοκρατικούς στις τρεις τελευταίες προεδρικές εκλογές, με το μέσο δημοσκοπικό σφάλμα στις σημαντικές αναμετρήσεις του 2020 να φτάνει τις 4,7 ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, παραμένει η ανησυχία ότι οι Δημοκρατικοί είναι περισσότερο πρόθυμοι να συμμετέχουν σε δημοσκοπικές έρευνες σε σχέση με τους Ρεπουμπλικανούς.
Οι New York Times διατύπωσαν επίσης επιφυλάξεις για τα τελευταία ευρήματά τους, επισημαίνοντας το ενδεχόμενο «η μεροληψία λόγω μη ανταπόκρισης στις δημοσκοπήσεις να είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ».
Όπως σημείωσαν, εάν αυτό ισχύει, οι δημοσκοπήσεις ενδέχεται να υποεκτιμούν και πάλι σημαντικά την υποστήριξη προς τους Ρεπουμπλικανούς.
Ωστόσο, ο Νέιτ Κον της εφημερίδας, όπως και ο Σίλβερ, υποστήριξε ότι το προβάδισμα των Δημοκρατικών είναι αρκετά μεγάλο ώστε να μπορούν να κερδίσουν τη Γερουσία ακόμη και αν οι δημοσκοπήσεις υποεκτιμούν τη δύναμη των Ρεπουμπλικανών στον ίδιο βαθμό που συνέβη το 2016 ή το 2020.
Οι New York Times επισήμαναν επίσης ότι αναθεώρησαν τη μεθοδολογία τους στις αρχές του έτους και διαπίστωσαν ότι, εάν αυτή είχε εφαρμοστεί στις δημοσκοπήσεις του 2024, τα αποτελέσματα θα ήταν κατά μέσο όρο ακριβέστερα.
Μάλιστα, εάν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις είχαν υπολογιστεί με βάση τα παλαιότερα συστήματα στάθμισης, οι επιδόσεις των Δημοκρατικών θα εμφανίζονταν ακόμη καλύτερες.
Για παράδειγμα:
«Αυτό φαίνεται να αποτελεί ακόμη μία ένδειξη αυτού που βλέπουμε συνολικά: ότι οι Δημοκρατικοί έχουν τουλάχιστον ένα σχετικό προβάδισμα στην προσπάθειά τους να ανατρέψουν την πλειοψηφία στη Γερουσία», δήλωσε ο Τζέφρι Σκέλεϊ, επικεφαλής εκλογικός αναλυτής του DDHQ.
«Μια Γερουσία υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικανών εξακολουθεί να αποτελεί ένα απολύτως πιθανό ενδεχόμενο, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι μια Βουλή των Αντιπροσώπων υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικανών σε αυτό το στάδιο. Ωστόσο, πρόκειται για ακόμη μία θετική δημοσκοπική εξέλιξη για τους Δημοκρατικούς».
Οι μέσοι όροι των δημοσκοπήσεων του DDHQ δείχνουν ότι ο Ελ-Σαγέντ προηγείται κατά 5 μονάδες του Ρότζερς στο Μίσιγκαν.
Στο Τέξας, ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο προηγείται κατά 3,5 μονάδες του Ρεπουμπλικανού Κεν Πάξτον.
Οι νέες δημοσκοπήσεις των Times/Siena παρουσιάζουν ακόμη πιο ευνοϊκή εικόνα για τους Δημοκρατικούς στις δύο αυτές κρίσιμες πολιτείες:
Στο Μέιν, η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής Σούζαν Κόλινς υπολείπεται της Δημοκρατικής διεκδικήτριας Τρόι Τζάκσον κατά 6 μονάδες, συγκεντρώνοντας 45% έναντι 51%.
Στο Οχάιο, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον Χάστεντ βρίσκεται πίσω από τον πρώην γερουσιαστή των Δημοκρατικών Σέροντ Μπράουν κατά 5 μονάδες, με ποσοστά 44% έναντι 49%.
Η ίδια ακριβώς διαφορά καταγράφεται και στο Κάνσας, όπου ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ρότζερ Μάρσαλ βρίσκεται αντιμέτωπος με τον Δημοκρατικό Άνταμ Χάμιλτον.
Στην Αλάσκα, η Πελτόλα προηγείται κατά 2 μονάδες του εν ενεργεία Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Νταν Σάλιβαν, συγκεντρώνοντας 48% έναντι 46%.
Η πιο αμφίρροπη πολιτεία στη νέα δημοσκόπηση είναι η Αϊόβα, όπου ο Δημοκρατικός Τζος Τούρεκ προηγείται μόλις κατά μία μονάδα της Ρεπουμπλικανής βουλευτού Άσλεϊ Χίνσον.
Ο Σκέλεϊ σημείωσε ότι, παρά το γεγονός πως τα νέα στοιχεία προκαλούν εντύπωση, δεν έχουν «μετακινήσει δραματικά» τους μέσους όρους των δημοσκοπήσεων του DDHQ.
«Το αποτέλεσμα του Μίσιγκαν είναι πιθανότατα το μοναδικό πραγματικό ακραίο εύρημα σε αυτή τη σειρά δημοσκοπήσεων, σε σύγκριση με τις προηγούμενες έρευνες στις συγκεκριμένες αναμετρήσεις. Τα υπόλοιπα αποτελέσματα δεν διαφέρουν απαραίτητα από άλλες δημοσκοπήσεις που έχουμε δει», πρόσθεσε, παραπέμποντας σε πρόσφατες έρευνες στο Τέξας που εμφανίζουν τον Ταλαρίκο να προηγείται με παρόμοια διαφορά.
Ενόψει μιας εκλογικής αναμέτρησης υψηλής σημασίας, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι δημοσκοπήσεις προμηνύουν είτε ένα μεγάλο «μπλε κύμα» υπέρ των Δημοκρατικών είτε ένα ισχυρό πλήγμα για τον ίδιο τον κλάδο των δημοσκοπήσεων, τον οποίο οι ψηφοφόροι ήδη αντιμετωπίζουν με δυσπιστία, καθώς ο πρόεδρος Τραμπ χαρακτηρίζει τις δυσμενείς για τον ίδιο μετρήσεις «ψεύτικες».
«Η αλήθεια πιθανότατα βρίσκεται κάπου στη μέση», δήλωσε ο Σκέλεϊ.
«Εάν πράγματι οι δημοσκοπήσεις υποεκτιμούν γενικά την υποστήριξη προς τους Ρεπουμπλικανούς και εκείνοι καταφέρουν να επικρατήσουν οριακά σε αρκετές από αυτές τις κρίσιμες αναμετρήσεις, τότε θα μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε ένα συστηματικό σφάλμα που υποβάθμισε τις εκλογικές επιδόσεις των Ρεπουμπλικανών. Το πιθανότερο, όμως, είναι ότι το σφάλμα θα διαφέρει σημαντικά από πολιτεία σε πολιτεία».
Ο Σκέλεϊ επισήμανε ότι οι έξι πιο ανταγωνιστικές εκλογικές αναμετρήσεις για τη Γερουσία σε αυτόν τον εκλογικό κύκλο διεξάγονται σε πολιτείες που παραδοσιακά ψηφίζουν Ρεπουμπλικανούς. Για τον λόγο αυτό, υπογράμμισε ότι οι εκλογικοί αναλυτές πρέπει να εξετάζουν όχι μόνο τα δημοσκοπικά ποσοστά, αλλά και την ευρύτερη πολιτική φυσιογνωμία κάθε πολιτείας.
Στο Τέξας, για παράδειγμα, «γνωρίζοντας ότι ο μέσος αναποφάσιστος ψηφοφόρος στην πολιτεία έχει τάση προς τους Ρεπουμπλικανούς, θεωρώ ότι μπορούμε να περιμένουμε πως ο Πάξτον θα καταγράψει υψηλότερο ποσοστό στο τέλος», ανέφερε.
«Ωστόσο, είναι θετικό για τον Ταλαρίκο το γεγονός ότι σε αρκετές δημοσκοπήσεις συγκεντρώνει πλέον 49%-50%, καθώς αυτό είναι το επίπεδο στο οποίο πρέπει να βρίσκεται για να έχει πιθανότητες νίκης. Συνήθως δεν βλέπουμε τους υποψηφίους να υπολείπονται κατά πολύ της εκλογικής τους επίδοσης όταν το μέσο ποσοστό υποστήριξής τους βρίσκεται σε αυτά τα επίπεδα».
Στα ψηφοδέλτια ορισμένων κρίσιμων πολιτειών, μεταξύ των οποίων το Τέξας και το Κάνσας, συμμετέχουν επίσης υποψήφιοι του Ελευθεριακού Κόμματος (Libertarian Party), οι οποίοι θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις ισορροπίες, ακόμη και αν συγκεντρώσουν μονοψήφια ποσοστά.
Συνολικά, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών για να αλλάξουν τον έλεγχο της Γερουσίας.
Οι τρεις αναμετρήσεις για τη Γερουσία που το DDHQ χαρακτηρίζει απολύτως αμφίρροπες είναι στην Αϊόβα, στο Κάνσας και στο Οχάιο. Και οι τρεις έδρες βρίσκονται σήμερα υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικανών, ενώ οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται με οριακό προβάδισμα στις δύο τελευταίες.
Άλλες τρεις αναμετρήσεις, που την προηγούμενη εβδομάδα θεωρούνταν επίσης απολύτως αμφίρροπες — στην Αλάσκα, στο Μέιν και στο Τέξας — έχουν πλέον μετακινηθεί στην κατηγορία «ελαφρύ προβάδισμα των Δημοκρατικών».
«Πιστεύω πραγματικά ότι αυτό αποτυπώνει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, καθώς ουσιαστικά πρέπει απλώς να ελπίζει ότι οι δημοσκοπήσεις θα έχουν κάνει λάθος», δήλωσε ο Σκέλεϊ.
Οι Δημοκρατικοί προηγούνται σχεδόν κατά 10 μονάδες στο γενικό ερώτημα πρόθεσης ψήφου για το Κογκρέσο, σύμφωνα με τους τελευταίους μέσους όρους δημοσκοπήσεων του DDHQ.
Την ίδια στιγμή, το ποσοστό αποδοχής του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται εδώ και αρκετές εβδομάδες περίπου 20 μονάδες χαμηλότερα από το ποσοστό αποδοκιμασίας του.
«Ιστορικά, δεν θα ήταν καθόλου παράξενο ένα κόμμα που έχει πρόεδρο με τόσο χαμηλή δημοτικότητα να υποστεί βαριά ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές, ακόμη και σε πολιτείες όπου υπό άλλες συνθήκες θα είχε ευνοϊκές προοπτικές».
Διαβάστε επίσης:
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.