search
ΠΕΜΠΤΗ 13.08.2026 15:02
MENU CLOSE

Lindsay Clancy: Η δίκη της μητέρας που έπνιξε τα τρία παιδιά της διχάζει τις ΗΠΑ – Τα συγκλονιστικά μηνύματα, η επιλόχειος ψύχωση και οι αγωγές για ιατρική αμέλεια

13.08.2026 13:52
LindsayClancy

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Νέα συγκλονιστικά στοιχεία έρχονται στο φως στη δίκη της Λίντσεϊ Κλάνσι, της μητέρας από τη Μασαχουσέτη που κατηγορείται ότι σκότωσε τα τρία μικρά παιδιά της και στη συνέχεια επιχείρησε να βάλει τέλος στη ζωή της.

Στο δικαστήριο παρουσιάστηκαν μηνύματα που είχε στείλει σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας λίγες εβδομάδες πριν από την τραγωδία, περιγράφοντας την ολοένα και πιο δύσκολη ψυχολογική της κατάσταση.

Η Κλάνσι, τότε 32 ετών, επικοινωνούσε μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του νοσοκομείου με τη νοσηλεύτρια και επαγγελματία ψυχικής υγείας, Ρεμπέκα Τζολότα, η οποία εργαζόταν σε κλινική ψυχικής υγείας για γυναίκες μετά τον τοκετό. Στις 2 Δεκεμβρίου 2022, η Κλάνσι της έγραψε ότι αισθανόταν πως δεν μπορούσε πλέον να διαχειριστεί όσα συνέβαιναν μέσα στο μυαλό της.

«Νιώθω ότι θα πεθάνω και δεν με νοιάζει», έγραψε χαρακτηριστικά. «Δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά κάτι τέτοιο». Η ίδια περιέγραφε επίμονα τις λεγόμενες παρεμβατικές σκέψεις, δηλαδή ανεπιθύμητες και τρομακτικές σκέψεις που εμφανίζονταν χωρίς να μπορεί να τις ελέγξει. Η Τζολότα της απάντησε ότι τέτοιες σκέψεις είναι «αρκετά συνηθισμένες» σε γυναίκες που αντιμετωπίζουν επιλόχεια κατάθλιψη και πως «δεν σημαίνουν τίποτα για εσένα ως μητέρα».

Μόλις μία ημέρα μετά την έναρξη της θεραπείας της με την Τζολότα, στις 30 Νοεμβρίου, η Κλάνσι είχε γράψει: «Αυτό που πραγματικά αισθάνομαι είναι ότι δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι». Τις επόμενες ημέρες εξέφρασε επίσης φόβους για τα φάρμακα που λάμβανε και ειδικότερα για το Ativan, ένα αγχολυτικό. «Πραγματικά πρέπει να εξετάσουμε το ενδεχόμενο να έχω εθιστεί στο Ativan», έγραψε. «Νιώθω ότι έχω εθιστεί και αισθάνομαι ότι δεν με ακούνε όταν λέω ότι αυτό είναι μια πιθανότητα».

Όπως αναφέρει η nypost, η Κλάνσι πίστευε ότι οι γιατροί προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν την αϋπνία της με ολοένα και περισσότερα φάρμακα, χωρίς να εξετάζουν αυτό που η ίδια θεωρούσε βασική αιτία. «Νιώθω ότι μου δίνουν όλα αυτά τα διαφορετικά φάρμακα για την αϋπνία, ενώ η πραγματική αιτία είναι η εξάρτηση από το Ativan», ανέφερε.

Σε άλλο μήνυμα περιέγραψε ότι είχε πάρει Remeron, ένα αντικαταθλιπτικό που χρησιμοποιείται και για την αϋπνία. Όταν ξύπνησε μέσα στη νύχτα, είπε ότι είχε ξανά παρεμβατικές σκέψεις. «Ξύπνησα στις 12:15 και είχα παρεμβατικές σκέψεις – ότι ήθελα να τελειώσουν όλα», έγραψε.

Στη συνέχεια η κατάσταση που περιέγραφε γινόταν ακόμα πιο ανησυχητική. «Νιώθω εντελώς μουδιασμένη», έγραψε. «Νιώθω ότι θα πεθάνω και δεν με νοιάζει. Τι κάνω γι’ αυτό;». Η Τζολότα κατέθεσε ότι δεν πίστευε πως η Κλάνσι ήταν εξαρτημένη από τα φάρμακα, αλλά θεωρούσε ότι τα συγκεκριμένα μηνύματα έδειχναν πως βίωνε αυτοκτονικό ιδεασμό.

Στις 15 Δεκεμβρίου 2022, η Κλάνσι τηλεφώνησε στην Τζολότα μαζί με τον τότε σύζυγό της, Πάτρικ Κλάνσι. Της είπαν ότι οι σκέψεις είχαν γίνει ιδιαίτερα σκοτεινές και ότι πιθανότατα θα πήγαιναν στα επείγοντα. Η ημέρα εκείνη καταγράφηκε στις σημειώσεις ως η «χειρότερη ημέρα για τη Λίντσεϊ».

Σύμφωνα με την Τζολότα, η Κλάνσι είχε «επίμονες και παρεμβατικές σκέψεις αυτοκτονίας», αλλά δεν είχε διατυπώσει συγκεκριμένο σχέδιο για να κάνει κακό στον εαυτό της. Η ίδια πήγε τελικά στα επείγοντα, αλλά επέλεξε να μην εισαχθεί στο νοσοκομείο McLean και αποφάσισε να συμμετάσχει σε εξωτερικό πρόγραμμα θεραπείας σε νοσοκομείο στο Ρόουντ Άιλαντ. Η Τζολότα είχε προηγουμένως συστήσει «πολύ, πολύ έντονα να αναζητήσει εξειδικευμένη βοήθεια».

Ωστόσο, όταν η Κλάνσι πήγε στη συγκεκριμένη μονάδα στις 20 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τον δικηγόρο της, δεν έγινε δεκτή επειδή υπήρχαν ανησυχίες ότι λάμβανε υπερβολικά πολλά συνταγογραφούμενα φάρμακα.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας της, η Τζολότα είχε επίσης εξετάσει το ενδεχόμενο η Κλάνσι να πάσχει από διπολική διαταραχή. Η ίδια εξήγησε ότι την προβλημάτιζαν οι έντονες αντιδράσεις της σε αντικαταθλιπτικά όπως το Zoloft και το Prozac, καθώς και το γεγονός ότι μπορούσε να κοιμάται ελάχιστα χωρίς να αισθάνεται κουρασμένη.

Η Τζολότα χαρακτήρισε τα αντιφατικά συμπτώματα πιθανή ένδειξη μιας «μικτής μανιακής ή υπομανιακής κατάστασης». Ωστόσο, τόνισε ότι δεν είχε δει ενδείξεις ψύχωσης. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 24 Ιανουαρίου 2023, η Κλάνσι σκότωσε τα τρία παιδιά της, την 5χρονη Κόρα, τον 3χρονο Ντόσον και τον μόλις 8 μηνών Κάλαν, πριν επιχειρήσει να αυτοκτονήσει.

Στο δικαστήριο έχουν παρουσιαστεί επίσης αποσπάσματα από το ημερολόγιό της, στα οποία περιέγραφε την επιλόχεια κατάθλιψη, το άγχος, την αϋπνία και τις ενοχές που ένιωθε για τον τρόπο με τον οποίο μεγάλωνε τον μικρότερο γιο της.

Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα έγραψε ότι είχε «τρομερό PTSD από την εκπαίδευση ύπνου του Κάλαν» και αισθανόταν απαίσια επειδή είχε σταματήσει να τον θηλάζει.

Η διαδικασία συνεχίζεται, με την υπεράσπιση να υποστηρίζει ότι η Κλάνσι βρισκόταν σε κατάσταση σοβαρής επιλόχειας ψύχωσης και ότι η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να είχε επιδεινώσει την κατάστασή της.

Το χρονικό

Στις 24 Ιανουαρίου 2023, η 35χρονη σήμερα Λίντσεϊ Κλάνσι, μητέρα τριών παιδιών – της 5χρονης Κόρα, του 3χρονου Ντόσον και του οκτώ μηνών Κάλαν – έστειλε τον σύζυγό της, Πάτρικ, έξω από το οικογενειακό σπίτι στο Ντάξμπερι, στη Μασαχουσέτη για να πάρει φαγητό και φάρμακα. Όταν εκείνος επέστρεψε, βρήκε τη γυναίκα του σοβαρά τραυματισμένη στον κήπο, μετά από άλμα από παράθυρο του δεύτερου ορόφου.

Μέσα στο υπόγειο ανακάλυψε τα τρία παιδιά με ελαστικούς ιμάντες γυμναστικής γύρω από τον λαιμό τους. Η Κόρα και ο Ντόσον πέθαναν την ίδια μέρα, ενώ ο Κάλαν υπέκυψε τρεις ημέρες αργότερα στο νοσοκομείο.Η ιατροδικαστική εξέταση κατέληξε σε θάνατο από στραγγαλισμό. Η ίδια η Κλάνσι, που έκοψε καρπούς και τον λαιμό της πριν πηδήξει από το παράθυρο, έμεινε παράλυτη από τη μέση και κάτω.

Η πρώην νοσηλεύτρια στο Massachusetts General Hospital είχε αναζητήσει επανειλημμένα βοήθεια για συμπτώματα άγχους, αϋπνίας, κατάθλιψης και παρεμβατικών σκέψεων μετά τη γέννηση του τρίτου παιδιού της. Υποβλήθηκε σε θεραπεία με πολλαπλά φάρμακα και νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική.

Η δίκη ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου 2026 με την επιλογή ενόρκων στο Ανώτερο Δικαστήριο του Πλίμουθ. Δώδεκα ένορκοι και έξι αναπληρωματικοί (12 γυναίκες και 6 άνδρες συνολικά) ορκίστηκαν να αποφασίσουν για τις τρεις κατηγορίες ανθρωποκτονίας πρώτου βαθμού.

Στις 27 Ιουλίου ακούστηκαν οι εναρκτήριες αγορεύσεις. Η εισαγγελία παρουσίασε την υπόθεση ως προμελετημένο έγκλημα: η Κλάνσι έστειλε σκόπιμα τον τότε σύζυγό της, Πάτρικ, να πάρει φαγητό και φάρμακα, ώστε να μείνει μόνη με τα παιδιά και να τα στραγγαλίσει.

Ο Πάτρικ Κλάνσι κατέθεσε πρώτος, σε δύο ημέρες γεμάτες έντονη συναισθηματική φόρτιση. Περιέγραψε τη σταδιακή επιδείνωση της ψυχικής υγείας της συζύγου του, τις επανειλημμένες προσπάθειές της να αναζητήσει βοήθεια και τη στιγμή που επέστρεψε στο σπίτι.

Η αναπαραγωγή της επτάλεπτης κλήσης του στο 911 – όπου ακούγεται να φωνάζει επανειλημμένα «Σκότωσε τα παιδιά!» – προκάλεσε λυγμούς στην κατηγορούμενη, στους ενόρκους και στους συγγενείς. Η Κλάνσι έκλαιγε ανεξέλεγκτα, με τα χέρια της να καλύπτουν το πρόσωπό της.

Οι αγωγές

Ενώ η ποινική δίκη της Λίντσεϊ Κλάνσι βρίσκεται σε εξέλιξη, δύο ξεχωριστές αστικές αγωγές που κατατέθηκαν στις αρχές του 2026 ρίχνουν φως στις κατηγορίες για ιατρική αμέλεια και κακή διαχείριση της επιλόχειας ψυχικής της υγείας.

Στις 21 Ιανουαρίου 2026 ο Πάτρικ, κατέθεσε αγωγή για ιατρική αμέλεια και αδικοπραξία θανάτου (wrongful death) στο Ανώτερο Δικαστήριο του Νόρφολκ. Κατηγορεί μια ψυχίατρο και μια νοσηλεύτρια, καθώς και τα νοσοκομεία στα οποία εργάζονταν, υποστηρίζοντας ότι οι θεράποντες υπερσυνταγογράφησαν ισχυρά φάρμακα (αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωτικά, ηρεμιστικά και άλλα) χωρίς επαρκή παρακολούθηση, επιδεινώνοντας την κατάσταση της συζύγου του αντί να τη βελτιώσουν.

«Αν οι εναγόμενοι δεν είχαν ενεργήσει αμελώς και είχαν παράσχει επαρκή φροντίδα, είναι πιθανό τα παιδιά του Πάτρικ και της Λίντσεϊ να ζούσαν ακόμη σήμερα», τονίζεται στην αγωγή.

Μία ημέρα αργότερα, στις 22 Ιανουαρίου 2026, η ίδια η Λίντσεϊ Κλάνσι κατέθεσε τη δική της αγωγή για ιατρική αμέλεια κατά των ίδιων κυρίως εναγομένων.

Υποστηρίζει ότι οι πάροχοι περίθαλψης απέτυχαν να διαγνώσουν διπολική διαταραχή με επιλόχεια έναρξη και την υπέβαλαν σε «αποδιοργανωμένη, ασυντόνιστη πορεία πολυφαρμακίας» που επιδείνωσε την κατάσταση και οδήγησε σε σοβαρό ψυχωτικό επεισόδιο.

Στην αγωγή της περιγράφει πώς είχε «προστακτικές ακουστικές παραισθήσεις» – μια ανδρική φωνή που της έλεγε ότι ήταν η «τελευταία της ευκαιρία» να σκοτώσει τα παιδιά ώστε να μπορέσει να αυτοκτονήσει – και ισχυρίζεται ότι έκανε τα πάντα για να ζητήσει βοήθεια: επισκέψεις σε επείγοντα, κλήσεις σε κρίσιμες γραμμές, νοσηλείες κλπ.

Ζητεί αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες (συμπεριλαμβανομένης της παράλυσης), ψυχικό τραύμα, ιατρικά έξοδα, απώλεια εισοδήματος, πόνο και ταλαιπωρία, καθώς και απώλεια σχέσεων με τα παιδιά και τον σύζυγό της.

Διαβάστε επίσης:

Boeing: Αποζημίωση 29 εκατ. δολαρίων σε οικογένεια θύματος επτά χρόνια μετά τη συντριβή στην Αιθιοπία

Γερμανία: Αλλάζουν όλα στις μυστικές υπηρεσίες – Μαζικές παρακολουθήσεις και «ενεργά μέτρα άμυνας»

Το νέο εφιαλτικό όπλο της ICE: Γάντια που προκαλούν ηλεκτροσόκ

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΠΕΜΠΤΗ 13.08.2026 15:01